Σελίδα:Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922).djvu/174

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


[ SCHILLER

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ]
1

Ἡ ἄνοιξη γυρνᾷ χαριτωμένη;
Ξανάνειωσεν ἡ γῆ; νά! Πρασινίζουν
Οἱ λόφοι ἀπὸ τὸν ἥλιο ζεσταμένοι
Καὶ τὴ φλοῦδα τοῦ πάγου ὁλοῦθε σχίζουν.
Στῶν ποταμῶν τὸν γαλανὸ καθρέφτη
Τ’ ἀγνέφιαστου Διὸς τὸ γέλοιο πέφτει·
Σιγώτερα τ’ ἀέρι φτερουγίζει
Καὶ κάθε νέο βλαστάρι ἰδὲς ἀνθίζει.
Ξυπνοῦν ’ς τὸ δάσος τῶν πουλιῶν τραγούδια,
Καὶ ἡ Ὁρεάδα μοῦ μιλεῖ σκληρά:
Γυρίζουν τὰ δικά σου τὰ λουλούδια,
Ἡ θυγατέρα σου ὅμως δὲν γυρνᾷ.

2

Πόσος καιρός, ἄχ! Εἶναι ποῦ διαβαίνω
Τὴν γῆ καὶ πόσον ἔχω την γυρέψῃ!
Τὸ χνάρι της νὰ βρῇ τὸ ἀγαπημένο,
Ἥλιε, τὴν κάθε ἀχτίδα σου ἔχω πέψῃ.
Ἀλλὰ καμιὰ ’ς ἐμένα δὲν γυρίζει,
Τί κάνει ἡ ἀκριβὴ κόρη νὰ μοῦ μάθῃ,
Κ’ ἡ μέρα ποῦ τὰ πάντα ξεχωρίζει
Δὲν εὕρηκε τὸ τέκνο μου ποῦ ἐχάθη.
Μήπως ἐσὺ τὴν ἅρπαξες, ὦ Δία;
Μὴν ἐρωτεύθ’ εἰς τόσην εὐμορφιὰ
Ὁ Πλούτων καὶ τὴν ἔσυρε μὲ βία
Εἰς τὴν μαύρη τοῦ ᾍδη ποταμιά;

3

Ποιὸς εἴδηση τῆς λύπης μου θὰ πάῃ
ἐκεῖ ’ς τὴν σκοτεινὴν ὀχθηὰ νὰ φέρῃ;
Πάντ’ ἀπ’ τὴν γῆν ἡ βάρκα ξεκινάει,
ἀλλὰ μέσα της ἴσκιους μόνον ’παίρει.
Ἐπουράνιος κανεὶς νὰ ρίξῃ βλέμμα


ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
Στρ. 1, στίχ, 1-4.

Γεμάτη χάρες ἡ ἄνοιξη γυρνάει;
Ξανάνειωσε ἡ γῆ; Νά! ποῦ οἱ λόφοι ἀρχίζουν
Εἰς τὴν λάμψη τοῦ ἥλιου πρασινίζουν
Νά! ποῦ ἡ φλοῦδα τοῦ πάγου ὁλοῦθε σπάει.

160