ἐπιστημονικὰ οὐδὲ κἂν λογικά, ἀλλ’ ἀποτελέσματα της στρεβλώσεως τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας ὑπὸ τοῦ χριστιανισμοῦ. Τὴν τοιαύτην ὅμως στρέβλωσιν μόνον νὰ ἐλεεινολογῇ, νὰ σκώπτῃ καὶ νὰ ὑβρίζη, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ θεραπεύσῃ δύναται ἡ ἐπιστήμη. Αντίδοτον κατὰ τῆς ἀπελπισίας οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει πλὴν τῆς πίστεως ἢ τῆς ἀποκτηνώσεως. Αμφότερα όμως ταῦτα διώκει ἀνηλεῶς καὶ τείνει νὰ ἐξορίσῃ ἀπὸ τοῦ κόσμου ή πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου αὐτῆς ὑπόθεσε τὴν ἀνθρωπότητα ὡς συνοδίαν ὁδοιπόρων, πλανωμένων εἰς ἔρημον τῆς Ἀραβίας απέραντον καὶ πυριφλεγή, τηκομένην ὑπὸ δίψης φλογερᾶς καὶ οὐδὲν ἄλλο ἔχουσα στήριγμα ἐν τῇ ἀγωνιώδει πορείᾳ πλὴν τῆς ἐλπίδας ἀνευρέσεως ζωογόνου τινὸς πηγῆς, ὑπόθεσε δὲ καὶ τοὺς ἐπιστήμονας ὡς καλοθελητὰς ἀγωνιζομένους νὰ πείσωσι τοὺς συνοδοιπόρους των ὅτι μωρὰ εἶνε ἡ ἐλπὶς αὐτῶν, ὅτι φάντασμα εἶνε τὸ ὕδωρ καὶ αὐτὴ ἡ δίψα των αποτέλεσμα πλάνης καὶ διαστροφής. Εἰς τοὺς πιστεύοντας εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ τοιούτου κηρύγματος οὐδὲν ἄλλο ἀπομένει παρὰ νὰ κατακλιθῶσιν ἐπὶ τῆς ἀξένου ἄμμου, παραιτούμενοι τῶν μόχθων ἀσκόπου ἤδη πορείας καὶ ἀναμένοντες τὸν θάνατον ἐν τῇ ἀκινητούσῃ ἀπελπισία. Αὐτὸ τοῦτο θέλει πράξῃ καὶ ἡ ἀνθρωπότης, εὐθὺς ὡς ἀποθῇ κτῆμα κοινὸν τὸ ὕστατον καὶ μόνον δυνατόν πόρισμα τῆς ἐπιστήμης, ὅτι δηλαδὴ μυριάκις εὐτυχέστερος εἶνε ὁ βράχος τοῦ φυτοῦ, τὸ φυτὸν τοῦ ζώου καὶ τοῦτο τοῦ ἀνθρώπου, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ ἀνθρωπίνη δυστυχία προβαίνει αὐξάνουσα ἀπὸ τοῦ βρέφους μέχρι τοῦ προσούτου καὶ ἀπὸ τοῦ ἠλιθίου μέχρι τοῦ μεγαλοφυοῦς ἀνδρὸς κατ’ ἀκριβῆ καὶ ἀπαράβατον πρὸς τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ἀναλογίαν. Ὅτι τοιοῦτο εἶνε τὸ μοιραῖον τέρμα τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος φαίνονται προϊδόνες καὶ προειπόντες πάντες ἐν πάσῃ χώρᾳ καὶ ἐποχῇ οἱ ἐγκύψαντες εἰς βαθυτέραν τῶν ὅρων τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν μελέτην. Ὅπως ἑκάστου ἡμῶν, οὕτω καὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἐν γένει ἐλαττοῦται, ἐφ’ ὅσον προβαίνει ἡ ἡλικία, ἡ ἱκανότης να αισθανθῇ χαράν. Τὴν περιλάλητον τῶν ἀρχαίων ἐθνῶν αἰσιοδοξίαν βλέπομεν διηνεκῶς φθίνουσαν καὶ ἐξατμιζομένην ἀπὸ τῶν μυθικῶν μέχρι τῶν χρόνων τῆς πνευματικῆς αὐτῶν ἀκμῆς. Ἀσυγκρίτως φαιδρότερος εἶνε ὁ Ὅμηρος του Σοφοκλέους καὶ οἱ φιλόσοφοι τῆς Ἰωνίας τοῦ Πλάτωνος, ὅπως καὶ οὗτος τῶν νεοπλατωνικῶν ἔτι δὲ
Σελίδα:Συριανά Αφηγήματα, Εμμανουήλ Ροΐδου.djvu/178
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
174
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΟΥ