λοσόφων κατήντησαν ἀπὸ ἱκανοῦ ἤδη χρόνο προϊόν ἐξαγόμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Πετρούπολιν, καθ’ δν περίπου τρόπον ὁ οἶνος τοῦ Πόρτου εἰς τὸ Λονδῖνον. Τὴν δὲ ὑποψίαν μηδενισμοῦ ἐδικαίωσεν ή προτίμησις τοῦ φοβεροῦ ἔργου του Στίρνερ, τοῦ ἀναλαβόντες ν’ ἀποδείξῃ ἐπιστημονικῶς φάντασμα πᾶσαν θρησκείαν, φενάκην τὴν ἠθικήν, όνειρον τὴν δικαιοσύνην, ηλιθιότητα τὴν πίστιν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ καὶ παντοκράτορα τοῦ κόσμου δυνάστην τό Απόλυτον Εγώ, ήτοι τὸν ἄκρατον καὶ ἀπεριόριστον ἐγωισμόν. Ἡ περιέργεια, μεθ’ ἧς παρετήρουν αὐτὸν καὶ τὸ βιβλίον του, δεν διέφυγε την προσοχήν τοῦ ξένου, ὅστις, θέσας τὸν δάκτυλον ἐπὶ τόμου τοῦ Λεοπάρδη, τὸν ὁποῖον ἔτυχε να κρατῶ, μοὶ εἶπε μειδιων: Le uotre ne uaut guère mieux, ἤτοι τὸ ιδικόν σου δὲν εἶναι πολὺ καλλίτερο. Ἡ ἐξομοίωσις τοῦ Λεοπάρδη πρὸς τὸν οὐ μόνον ἀπαισιόδοξον ἀλλὰ καὶ ἀπαίσιον Στίρνερ ἦτε βεβαίως δεκτική συζητήσεως, ἡ δὲ ὄρεξις ἡμῶν πρὸς τοιαύτην μεγάλη, ἀφ’ ἑτέρου όμως απέβαινεν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπιτακτικωτέρα ἡ ἀνάγκη εἰσπνοῆς κάπως ἀμιγεστέρου αέρος. Αλλ’ ἡ βροχὴ ἐξηκολούθει νὰ καταπίπτῃ ποταμηδόν, ὥστε εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ φοβεροῦ διλήμματος τῆς ἀσφυξίας ἢ τοῦ πνιγμοῦ. Ἐπὶ πέντε ὅλας ὥρας διήρκεσεν ἡ ἀγωνία ἐκείνη, μέχρις οὗ ἐφάνη ἡμῖν ὅτι διεκριναμεν διὰ τοῦ παραθύρου ἀσθενές τι καὶ παροδικών σελάγισμα, ἀκτῖνα ἴσως σελήνης διακόψασαν τὸ βαθὺ σκότος. Ἡ μετ’ ὀλίγον ἐπανάληψις του φαινομένου καὶ ἡ μετριώτερος τοῦ ὕδατος κροταλισμός παρείχον ἤδη ἐλπίδα τινὰ δυνατῆς ἐξόδου. Κατορθώσαντες νὰ ὑπερπηδήσωμεν τοὺς κοιμωμένους ἡμῶν συντρόφους, ἐξήλθαμνε αδιστάκτως.
Ουδέποτε, πιστεύω, ἔτυχεν ἄνθρωπος να ροφήσῃ ἀέρα μεθ’ ὅσης ἡμεῖς ἀπληστίας, πλὴν ἴσως τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ, ὅτε ἐξῆλθε τῆς κοιλίας τοῦ κήτους. Η σελήνη είχε κρυσῇ καὶ πάλιν καὶ ἡ βροχὴ εξηκολούθει κατ’ ἀραιάς σταγόνας, ἀλλ’ εὐτυχῶς ὑπῆρχεν ἐκεῖ που πλησίον μικρόν τι κοίλωμα ὑπὸ ἐξέχοντα βράχον, ὅπου κατεφύγομεν συμμαζευθέντες ἐπὶ δελέντζας, ἣν ἐπρονόησε να παραλάβη εξερχόμενος ὁ σύντροφός μου. Τὸ πρὸ ἡμῶν θέαμα ἦτο ἀληθῶς ἐξαίσιον, ἂν καὶ δὲν ἐβλέπομεν σχεδόν τίποτε, οὔτε οὐρανὸν οὔτε θάλασσαν οὐδὲ ξηράν. Πάντα ταῦτα συνεχέοντο εἰς ἄμορφον χάος, αλλάσσον χροιάν ακαταπαύστως κατὰ τὴν πυκνότητα τῆς