Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Συριανά Αφηγήματα, Εμμανουήλ Ροΐδου.djvu/171

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ
167

χοντος οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῆς ἀπαραιτήτου πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τῶν πνευμόνων αέρος. Πρὸς ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τοῦ ποιοῦ τῆς ἀτμοσφαίρας τοῦ κοιτῶνος πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἀδιάλειπτον ἀραίωσιν τοῦ ὀξυγόνου ή προϊούσα συμπύκνωσις ἀναθυμιάσεων ὀρνιθῶνος, φαγωσίμων, καλογηρικῆς γούνας, τσαρουχίων, λυχνίας τρεφομένης διὰ τοῦ αὐτοῦ πιθανῶς ἐλαίου τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε πρὸς τηγάνισμα τοῦ δείπνου καί, πρὸ πάντων, τῆς ἁπλωθείσης πρὸς ὕπνον ποικίλης συλλογής ρούχων. Ὅσον καὶ ἂν ἤμην κατάκοπος, ἡ ἰδέα ἐξαπλώσεως ἐπὶ τῶν ὑπὲρ ἐμοῦ ἑτοιμασθέντων μοὶ ἐπροξένει ἀνατριχίασιν. Τοιαύτης κλίνης θὰ ἐπροτίμων τὸ ἀκανθόπλεστον στρώμα ἐρημίτου τῆς Σκήτης. Τήν αὐτήν, ὡς φαίνεται, αἰσθανόμενος πρὸς τὰ ροῦχα ἀντιπάθειαν καὶ ὁ ξένος συνοδοιπόρος μου ἐπροτίμησε νὰ διανυκτερεύσῃ κἀκεῖνος ἀντικρύ μου ἐπὶ καθίσματος, ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον τοῦ παραθύρου. Ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐλαυνόμενοι αἰσθήματος παρετηρήσαμεν ἀμφότεροι τὰ ὡρολόγια μας. Ἂν καὶ εἶχε νυκτώσῃ ἀπὸ ἀμνημονεύτου χρόνου καὶ πάντες ἐκοιμῶντο περὶ ἡμᾶς, ἡ ὥρα ἦτο μόλις ὀγδόη. Ἄλλαι λοιπὸν ἐννέα ἐχώριζον ἡμᾶς ἀκόμη ἀπὸ τοῦ ἡλίου τῆς ἐπιούσης, καὶ οὔτε ὕπνου ὑπῆρχεν ἐλπὶς οὔτε ἦτο ἡ ἀνάγνωσις δυνατή, ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ φωτισμού. Ὡς μόνος δυνατός τρόπος καταναλώσεως τῆς ὥρας ἀπέμενε νὰ θαυμάζωμεν ἀλλήλων τὴν ὄψιν τοῦ δὲ ἀντικρύ μου καθημένου αἱ ρυτίδες καὶ ἡ παρδαλή ἀσπροκίτρινος γενειὰς δὲν ἦσαν θεόαίως ἄξιοι δεκαώρου θαυμασμοῦ, οὐδὲ κἂν διεκρίνοντο ἐπὶ ἄκρα κομψότητι τὰ δίπατα αὐτοῦ μέχρι γόνατος ὑποδήματα ἢ τὸ ἐκ μαύρης προσειας κάλυμμα τῆς κεφαλῆς. Καὶ οὕτω ὅμως εὔκολον ἦτε να διακρίνη τις ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ καὶ τῆς λευκότητας τῶν χειρῶν καὶ τοῦ ὑποκαμίσου ὅτι δὲν ἀνῆκεν ὁ ἀνὴρ εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειοψηφίας. Ὡς πρόσθετος τούτου ἀπόδειξις ηδύνατο να χρησιμεύσῃ ὅτι, ἀντὶ τοῦ τετριμμένου ὁδηγοῦ τοῦ Βαίδεκερ, εἶχεν ἐπὶ τῶν γονάτων του το τελευταῖον πόνημα του Μαξ Στίρνερ: Τὸ ἐγὼ ὡς ἀπόλυτον καὶ ὁ κόσμος ὡς ιδιότης αὐτοῦ. Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου καθίστα εύκολον τὴν εὕρεσιν τῆς ἐθνικότητας του αναγνώστου ὅστις, ἀφοῦ δὲν ἦτο Γερμανός, ὡς ἀπεδείκνυεν ἡ ἀνεπίληπτος προφορὰ τῶν δύο ἢ τριῶν λέξεων, τὰς ὁποίας ἔτυχε νὰ ἐκστομίσῃ γαλλιστί, ήτο Ρώσσος βεβαίως καὶ πιθανώτατα μηδενιστής. Τα βιβλία τῷ ὄντι τῶν νεοεγελειανῶν φι-