Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Συριανά Αφηγήματα, Εμμανουήλ Ροΐδου.djvu/144

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
140
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΟΥ

πρὸς τὸ ἐντὸς τῆς αἰθούσης κρεμάμενον κορδόνιον τοῦ κωδωνίσκου καὶ ἤρχισε νὰ σύρῃ αὐτὸ κατὰ διαστήματα καὶ βιαίως.

«Θέλει νὰ μᾶς εἰπῇ», ἡρμήνευσεν ὁ κύριός του, «ὅτι ὁ πρώην αὐθέντης του ἐδέχετο πολλὰς ἐπισκέψεις.»

Ὁ πίθηκος τότε ἤρχισε νὰ παρῳδῇ τὰς κινήσεις δανειστοῦ ζητοῦντος χρήματα παρὰ μὴ ἔχοντος καὶ ὀργιζομένου ὅτι δὲν τὸν πληρώνουν. Μετ’ ὁλίγον ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης καὶ ἀμέσως ἐπέστρεμε φέρων ἐπὶ τῶν παρδαλῶν ἐνδυμάτων του μαῦρον ἐπανωφόριον, ὀμματοϋάλια εἰς τοὺς ὀφθαλμούς του καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του πῖλον τρικαντώ. Ἡ φυσιογνωμία του καὶ ἡ συμπεριφορά του εἴχε μεταβληθῇ ἐπὶ τὸ σοβαρώτερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον. Ἐκράτει εἰς τὴν ἀριστερὰν φύλλον χάρτου καὶ ἐσάλευε τὴν οὐράν του ὡς γραφίδα. Ἐν τοιαύτῃ περιβολῇ περιῆλθε τὴν αἴθουσαν σταματῶν πρὸ ἑκάστου τῶν ἐπίπλων, τῶν ἀνακλίντρων, ἑρμαρίων, καθρεπτῶν, λαμπτήρων καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ἐξήταζε δὲ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη ὡς θέλων νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀγοραίαν τιμήν των, τὴν ὁποίαν ἔσπευδεν ἔπειτα, ὡσεὶ νὰ σημειώσῃ ἐπὶ τοῦ χάρτου. Ἡ μίμησις δικαστικοῦ κλητῆρος ἐνεργοῦντος ἀπογραφὴν ἦτο τελεία καὶ κωμικῶς σοβαρά, ὥστε πάντες, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ παρισταμένου προέδρου τῶν Ἐφετῶν, ἐξεκαρδίζοντο διὰ τὴν ἐκφραστικωτέραν καὶ τῆς τοῦ περιωνύμου μίμου Σκέτζη παντομίμαν του πιθήκου.

«Πιστεύω, κύριοι», εἶπεν ὁ βαρῶνος, «ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω ὅσα σᾶς ἐξέθεσεν ὁ πίθηκός μου, πὼς δηλαδὴ κατεσχέθησαν καὶ ἐπωλήθησαν τὰ σκεύη τοῦ ζωγράφου καὶ εὑρέθη οὖτω εἰς τὸν δρόμον ὁ πίθηκος μου, ἄστεγος καὶ πειναλέος.»

Ἡ ἑσπερὶς ἐτελείωσε δι’ ἀφθόνου καταλύσεως ὄχι μόνον βανανῶν καὶ ἀνανάδων, ἀλλὰ καὶ κερασίων, τῶν ὁποίων ἡ παράθεσις κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Θωμᾶ ἡδύνατο να θεωρηθῇ ὡς τὸ ἄκρον ἄωτον πολυτελείας καὶ ἡγεμονικότητας καισαρικῆς. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀπαράμιλλοι ἦσαν τοῦ γυναικαρέσκου πιθήκου αἱ φιλοφρονήσεις πρὸς τὰς κυρίας, ἡ καθαριότης καὶ ἡ χάρις μὲ τὴν ὁποίαν ἐξεφλούδιζε καὶ ἐπρόσφερεν εἰς αὐτὰς τὰς βανάνας ἢ ἐκρέμα εἰς τὰ αὐτιά των δίδυμα κεράσια ἀντὶ ἐνωτίων ἢ τὰς ἐπροκάλει νὰ βρέξωσι τὰ ῥόδινα χείλη των εἰς τὸ νέκταρ τοῦ Βεζουβίου, τὸ ὁποῖον ἐπωνομάσθη δάκρυ τοῦ Χριστοῦ διὰ τὴν ἡδύτητα τῆς