Σελίδα:Πλάτωνος, Απολογία Σωκράτους (Μωραϊτίδης).pdf/56

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
56
ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ναῖοι, ποίαν ποινὴν διὰ τὸν ἑαυτόν μου νὰ σᾶς ἀντιπροτείνω[1]. Μήπως δὲν εἶνε φανερὸν ὅτι θὰ ὁρίσω ἐκείνην τὴν ποινὴν, τῆς ὁποίας εἶμαι ἄξιος; Ποίας λοιπὸν ποινῆς εἶμαι ἄξιος; Εἰς ποίαν σωματικὴν ποινὴν, ἢ εἰς τί χρηματικὸν πρόστιμον κρίνω ἄξιον νὰ καταδικασθῶ, διότι ἀπὸ τὴν διεστραμμένην μου γνώμην δὲν ἡσύχαζα διόλου εἰς ὅλην μου τὴν ζωὴν, ἀλλ’ ἀφοῦ παρημέλησα ὅλα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα μὲ τόσην σπουδὴν φροντίζει ὁ περισσότερος κόσμος, τὴν ἀπόκτησιν πλούτου, τὴν διοίκησιν τῶν οἰκιακῶν μου ὑποθέσεων, τὰς στρατηγικὰς θέσεις καὶ τὰ ἀξιώματα , τὸ πολιτικὸν βῆμα καὶ τὰς λοιπὰς ἀρχάς, καὶ ἀφοῦ δὲν ἔλαβα μέρος εἰς καμμίαν κομματικὴν στάσιν καὶ συνωμοσίαν, τὰ ὁποῖα τόσον συνήθη εἶνε εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν, διότι ἐγνώρισα τὸν ἑαυτόν μου τῳόντι πολὺ περισσότερον ἔντιμον ἄνθρωπον ἢ ὥστε νὰ θέλω νὰ σώσω τὴν ζωὴν μου ἐνασχολούμενος εἰς αὐτὰ τὰ ἀνάξια κατ’ ἐμὲ ἔργα, εἰς αὐτὰ μὲν δὲν ἐνησχολήθην διόλου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐὰν ἐνησχολούμην, δὲν θὰ ἤμουν ὠφέλιμος μήτε εἰς σᾶς, μήτε εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ἐνησχολούμην δὲ εἰς αὐτὸ μόνον, νὰ παρέχω ἰδιαιτέρως εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν τὴν πλέον μεγίστην εὐεργεσίαν, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐπιχειρῶν νὰ πείθω ἕκαστον ἀπὸ σᾶς νὰ μὴ φροντίζῃ μήτε διὰ τὰς ἰδικάς του ὑποθέσεις, πρὶν φροντίσῃ πρό-


  1. Εἰς τοὺς τιμητοὺς λεγομένους ἀγῶνας, ὁποία ἦτο ἡ παροῦσα δίκη, ὁ νόμος δὲν ὡριζε τὴν τιμωρίαν· ἀλλ' ὁ μὲν κατήγορος ἐν τῇ κατηγορίᾳ προσδιώριζε καὶ τὴν ποινήν, ὁ δὲ κατηγορούμενος εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ὁρίσῃ τὴν ποινήν, τῆς ὁποίας ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ἄξιον. Εἰς τὴν παροῦσαν δίκην τὸ μὲν δικαστήριον ἐκήρυξε τὸν Σωκράτην ἔνοχον, ὁ δὲ Μέλητος ὥρισεν ὡς ποινὴν τὸν θάνατον, ὁ δὲ Σωκράτης εἶχε τὴν ἄδειαν ἐκ τοῦ νόμου νὰ ὁρίσῃ ποίαν ἐκ τῶν τριῶν ποινῶν τούτων προτιμᾷ· δεσμὰ διὰ βίου, πληρωμὴν προστίμου ἢ ἐξορίαν. Ὁ νόμος οὗτος ἐθεσπίσθη χάριν τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ καταδικασθέντος, διότι ὁ ἴδιος διεκήρυττεν οὕτω ὅτι εἶνε ἔνοχος, ἀφοῦ ὡριζε καὶ τὴν ποινήν του. Ὁ Σωκράτης ἐφρόντισε νὰ μὴ ἐμπέσῃ εἰς τὴν παγίδα αὐτὴν τοῦ νόμου. Οὕτως ὁ Ξενοφῶν λέγει ὅτι δὲν κατεδίκασε διόλου τὸν ἑαυτόν του, οὐδὲ εἰς τοὺς φίλους του ἐπέτρεψε νὰ κάμουν τοῦτο, λέγων ὅτι τοῦτο θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς ὁμολογία περὶ τῆς ἐνοχῆς του. Ὅμως πειθόμενος εἰς τὸν νόμον εἶπεν ὅτι ἀντὶ ποινῆς θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ἄξιον ἀνταμοιβῆς.