Σελίδα:Ο Κόδρος.djvu/7

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.



Ο ΚΟΔΡΟΣ


Ὑπὲρ γονέων, παίδων, πατρίδος,
εἶναι ὁ θάνατος ἑορτή.
Ἐπ' ἐλευθέρας πίπτουσ' ἀσπίδος
δὲν ἀποθνήσκει ἡ ἀρετή.


I


ΜΙΚΡΟΝ ἀφεῖσα τὸν Ἑλικῶνα,
ὦ Μοῦσα, κόρη τοῦ οὐρανοῦ,
μυσταγωγός μου πρὸς τὸν αἰῶνα
τῶν ἰσοθέων παραγενοῦ.
Πρὸ τοῦ νοός μου κρατοῦσα φάρον
μακρῶν αἰώνων τὸν πέπλον ἆρον.
Ἐπὶ Πηγάσου ἀνάγαγέ με
παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ Κηφισσοῦ,
καὶ μʾ ἕνα κλάδον στεφάνωσέ με
τοῦ καλλιδάφνιδος Παρνασσοῦ.


4