Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λόγια της πλώρης (1924).djvu/159

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
Ὁ κάτω κόσμος
157

θὰ πήγαινε παρὰ στὴν Κόλαση; Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποῦ χτίστηκε ὁ κόσμος ναύτης δὲν εἶδε τὴν πόρτα τοῦ Παράδεισου.

Ἡ Κόλαση, ἀκούς! εἶνε ἕνας ξερότοπος τρισχειρότερος κι’ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ποτὲ δὲ βρέχει, χλόη δὲ φυτρώνει, πουλὶ πετάμενο δὲ διαβαίνει. Εἶνε τοιχογυρισμένη μὲ ψηλοὺς τοίχους κι’ ἔχει μονάχα μιὰν ἐμπατή, μιὰ μεγάλη σιδερόπορτα. Ὅταν πρωτόγινε ὁ κόσμος, ἡ πόρτα ἦταν μικρή, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν γραμμὴ στὸν Παράδεισο. Μὰ λίγο-λίγο ξύπνησαν, ἔγιναν πονηροὶ καὶ πίβουλοι κι’ ἔτρεχαν καραβιὲς στὴν Κόλαση. Γιὰ νὰ μποῦν ὅμως μέσα τοὺς ἔβγαινε ὁ θεὸς ἀνάποδα. Οἱ φύλακες καλόβολοι, γκρέμισαν τὸν τοῖχο καὶ ἄνοιξαν μιὰ πόρτα, ποῦ χιλιάδες μποροῦν νὰ περάσουν μαζί. Ἀλλὰ τόσος εἶνε ὁ λαός, ὥστε πάντα στριμωμένοι καὶ μὲ καυγάδες κατορθώνουν νὰ μποῦν. Οἱ γροθιές, οἱ κλωτσιὲς καὶ τὰ μαλλοτραβήματα πηγαίνουν καπνός! Ἂν δὲν ἦταν οἱ διαβόλοι μὲ τὰ δικριάνια νὰ τοὺς χωρίζουν, δεκαφτὰ φορὲς θὰ ξαναπέθαινε καθένας.

Ὁ μαυροναύκληρος, ὅταν ἔφτασε, κοιτάζει· τὶ νὰ ἰδῇ; Ὁ καλύτερος κόσμος πήγαινε ἐκεῖ. Οἱ ἄρχοντες μὲ τὶς ὁλόχρυσες στολὲς καὶ τὰ σοβαρά τους πρόσωπα. Οἱ παπάδες καὶ οἱ δεσποτάδες μὲ τὰ φαρδομάνικα καὶ τὰ ἱερά τους γκόλφια· οἱ καλογριὲς καὶ οἱ γουμένισες· ὅλοι τέλος ἐκεῖνοι, ποῦ στὸν κόσμο περνοῦν γιὰ κατιτί καὶ τοὺς σέβεται εἴτε τοὺς φοβᾶται ὁ χοντρὸς λαός, πήγαιναν ἐκεῖ κλαίοντας τὸν Κόσμο ποῦ ἄφησαν καὶ κλωθογυρίζοντας ἀκόμη στὸ νοῦ τὶς ἄδικες καὶ παράνομες ὑποθέσεις τους.