ξυλογράφημα τὸ ὁποῖον τότε μοὶ ἐδώρησε, παριστῶν τὸν Εὐαγγελισμόν.
Εἰς μάτην παρεκίνουν οἱ γονεῖς μου τοὺς δύω γέροντας νὰ φύγωσι μεθ’ ἡμῶν. Ὁ κωφὸς ἀνύψονεν ἀρνητικῶς τὴν κεφαλήν. — Ὀλίγη ζωὴ μᾶς μένει, ἔλεγεν ὁ ἄλλος· διατί νὰ κοπιάσωμεν πρὸς προφύλαξίν της; Σεῖς ἔχετε καθήκοντα πρὸς τὰ τέκνα σας, πηγαίνετε!
Καὶ ἔμειναν οἱ δύο γέροντες εἰς τὸν Πύργον των.
Τί ἀπέγειναν; Οὔτε αὐτοί, οὔτε ὁ κηπουρός των ἢ τὰ τέκνα του, οὔτε ἡ γραῖα ὑπηρέτριά των ἐφάνησαν ἢ ἠκούσθησαν ἔκτοτε. Ὁ κηπουρὸς καὶ τὰ τέκνα του Κύριος οἶδε ποῦ ἐπωλήθησαν καὶ τίνος Τούρκου ἀγοραστοῦ ἐκαλλιέργησαν τοὺς κήπους. Ἀλλ’ οἱ γέροντες, καὶ μάλιστα ὁ κωφός, δὲν εἶχον ἀξίαν. Τίς νὰ τοὺς ἀγοράσῃ, καὶ πρὸς τί; Τοιοῦτοι αἰχμάλωτοι δὲν πωλοῦνται, σφάζονται. Εἴθε νὰ ἦτο σύντομον τὸ μαρτύριόν των! Δὲν ἦσαν τοὐλάχιστον ἔγγαμοι καὶ δὲν τοὺς ἐθρήνησαν οὔτε χῆραι, οὔτε ὀρφανά. Ἀλλ’ ἡμεῖς διετηρήσαμεν τὴν μνήμην των, καὶ τώρα ἀκόμη, μετὰ τοσαῦτα ἔτη, ἐνῷ γράφω περὶ αὐτῶν, ὁ λαιμός μου ξηραίνεται.
Τέσσαρας μόνον ἡμέρας ἐμείναμεν εἰς τὸν Πύργον των, καθ’ ἑκάστην δὲ διὰ τῶν χωρικῶν ἐλαμβάνομεν πληροφορίας περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ νήσῳ.