Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/63

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΑΔΡΑΣ
57

συχα ἐντὸς τῆς χειρός μου. Ἐνόησα ὅτι ἦτο φοβισμένη, καὶ μὴ γνωρίζων τί νὰ εἴπω πρὸς ἐνθάρρυνσίν της ἔσκυψα καὶ ἐφίλησα τὴν μικρὰν χεῖρά της. Ἔστρεψε τότε πρὸς ἐμὲ τοὺς γαλανοὺς ὀφθαλμούς της καὶ μὲ ἠρώτησε μετὰ φωνῆς τρεμούσης, —Λουκῆ, θὰ μᾶς σκοτώσουν οἱ Τοῦρκοι;

— Ὄχι, Δέσποινά μου, θὰ φύγωμεν. Μὴ φοβῆσαι. Δὲν θὰ μᾶς πειράξῃ κανείς.

— Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου. Ἐγὼ τὸ ἠξεύρω. Θὰ τὸν σκοτώσουν.

Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ πικρῶς ἀλλ’ ἡσύχως, καὶ ἔρρεον τὰ δάκρυά της, καὶ ἐπανελάμβανε.

— Θὰ τὸν σκοτώσουν! Σκοτόνουν οἱ Τοῦρκοι! Θὰ σκοτώσουν τὸν πατέρα μου!

— Μὴ κλαίῃς, Δέσποινα, μὴ φοβῆσαι.

Ἤθελον νὰ τὴν παρηγορήσω, ἀλλὰ δὲν εὕρισκον λέξεις, καὶ βλέπων τὸν ἥσυχον θρῆνόν της ᾐσθανόμην κ’ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ἐκλείπουσαν.

Εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας συνεκάθηντο ἤδη τῶν γειτόνων οἱ πλεῖστοι. Ἐκαθήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐπὶ τῶν μαρμαρίνων ἑδωλίων. Ὁ Καλάνης ἐπῆρεν ἐπὶ τῶν γονάτων τὴν κόρην του, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον οἱ γέροντες.

Δὲν ἐβράδυνε νὰ ληφθῇ ἡ περὶ τοῦ πρακτέου ἀπόφασις. Ἦτο πρόδηλον ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἱκανὰ πρὸς