δι’ ἐκχύσεων ἢ ἐπιδείξεων τρυφερότητος. Μόνον ἀφοῦ ἀπέθανε καὶ δὲν τὸν εἶχον πλησίον μου, καὶ ἀνεπόλουν τὰς περιπετείας καὶ τὰ ἐλάχιστα περίστατικὰ τῆς πολυετοῦς συμβιώσεώς μας, τότε μόνον ἐνόησα καὶ ἐξετίμησα ἀκριβῶς τὸν βαθμὸν τῆς πρὸς ἐμὲ στοργῆς του. Διατί τοῦτο; Ἀρά γε διότι ἀπαιτεῖται νὰ ἀπολέσωμέν τι, ὅπως αἰσθανθῶμεν τὴν ἀξίαν του ὅλην; Ἢ μὴ διότι αἱ συμφοραὶ καὶ τὰ δεινοπαθήματα μοῦ ἤνοιξαν βραδύτερον τὸν νοῦν καὶ μοῦ ἐπλάτυνον τὴν καρδίαν;
Ποῦ ἐντούτοις οἱ Τοῦρκοι ἐκεῖνοι ἔτρεχον; Κατάπιν τὸ ἔμαθον. Διηυθύνοντο πρὸς τὴν συνοικίαν τῶν φράγκων μὲ κακοὺς κατὰ τῶν ἐκεῖ κατοικούντων σκοπούς. Εὐτυχῶς ὁ πασᾶς προλαβὼν ἴσχυσε νὰ τοὺς κατευνάσῃ καὶ οὐδὲν ἀπευκταῖον συνέβη τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπέλθει τῆς ἀληθοῦς τρομοκρατίας ἡ ἀρχή. Καὶ ὅμως ἡ ὀχλαγωγία ἐκείνη, ἡ πρώτη Τούρκων ἐνόπλων κατὰ Χριστιανῶν διαδήλωσις, ἡ πρώτη μου πραγματικοῦ κινδύνου συναίσθησις, ἔμεινεν ἐγκεχαραγμένη εἰς τὴν μνήμην μου, ζωηρότερον ἴσως τῶν ὅσων μετέπειτα εἶδον καὶ ἔπαθον.
Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης οἱ Τοῦρκοι ἐγένοντο ἐπιθετικώτεροι. Αἷμα εἰσέτι δὲν ἐχύνετο, ἀλλ’ αἱ ὕβρεις, αἱ ἀπειλαί, τὰ βλοσυρὰ βλέμματα, ἡ ἐπίδει-