ἀναχωρήσωμεν ἐκ Χίου προτοῦ ἐκπλεύσῃ ὁ Τουρκικὸς στόλος, ἀλλ’ ὁ γέρων δὲν ἐβιάζετο καὶ ἐζήτει νὰ χαλινώσῃ τὴν ἀνυπομονησίαν μου. Ὑπὸ τὴν ψυχρὰν ὅμως καὶ κατηφῆ μορφήν του ἐκρύπτετο καρδία ἀγαθὴ καὶ γενναία. Ἐνῷ μ’ ἐπέπληττεν ἀφ’ ἑνὸς καὶ μὲ εἰρωνεύετο, διέταξεν ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἑτοιμάσωσι τὴν ἡμιόνόν του καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς ὀλίγου διὰ τὸν Πύργον μας.
Ἅμα ἀνεχώρησεν ἔτρεξα πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Παντελῆ. Ἡ παράτασις τῆς ἐκ τοῦ χωρίου ἀπουσίας του ἤρχιζε νὰ στενοχωρῇ τὸν ἀγαθὸν χωρικόν. Ὁ νοῦς του ἦτο εἰς τὴν σύζυγόν του.
— Τί θὰ λέγῃ ἡ Παρασκευή, ἐπανελάμβανε. Θὰ μᾶς ἔχῃ διὰ χαμένους.
— Μὴ σὲ μέλῃ, Παντελῆ. Σοῦ ὑπόσχομαι νὰ ἦσαι ὀπίσω αὔριον τὸ πρωΐ. Θὰ τῆς χαρίσω ὅλον τὸ ἀπώλητον χαβιάρι μου, προῖκα διὰ τὸν κληρονόμον ὁποῦ σοῦ ἑτοιμάζει.
Πόσον βραδέως παρῆλθον τῆς πρωΐας ἐκείνης αἱ ὧραι. Τὸ πλεῖστον αὐτῆς διῆλθον εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ζενάκη, ὄπισθεν τῆς οἰκίας του, περιφερόμενος ἄνω καὶ κάτω καὶ προσπαθῶν ν’ ἀναπλάσω διὰ τῆς φαντασίας τὰ εἰς τὸν Πύργον μας κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην λεγόμενα καὶ τὰς περὶ ἐξαγορᾶς τῆς Δεσποίνης διαπραγματεύσεις. Τὸ τί λέγει ὁ Ζενάκης ἦτον εὔκο-