κρύ του μὲ τὴν ἀξίνην μου ν’ ἀνοίγω τὸν λάκκον. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ βραχίονές μου ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον μία φωνὴ τρυφερὰ μοὶ ἐφαίνετο ἀντηχοῦσα εἰς τὰ ὦτά μου· — «Λουκῆ, γλύτωσέ μου!» Πᾶς τῆς ἀξίνης κτύπος μοῦ ἔλεγε δι’ ἐκείνης τῆς φωνῆς: «Λουκῆ, Λουκῆ!»
Αἴφνης ἠκούσθη κρότος μετάλλου πρὸς μέταλλον. Ἐπήδησα ἐντὸς τοῦ λάκκου καὶ ἤρχισα ν’ἀπωθῶ μὲ τὰς χεῖρας τὸ χῶμα. Ἡ ἀξίνη τοῦ κηπουροῦ ἔσχισε τὸν σάκκον. Τὸν ἀνύψωσα μετὰ προσοχῆς καὶ τὸν ἀπέθεσα παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου. Ὑπ’ αὐτὸν ἦτον ὁ ἕτερος σάκκος. Τὸν ἔθεσα πλησίον τοῦ πρώτου καὶ ἐγεμίσαμεν πάλιν μὲ τὸ χῶμα τὸν λάκκον.
— Τώρα; ἠρώτησεν ὁ γέρων.
— Τώρα, τοὺς σάκκους εἰς τοὺς ὤμους καὶ ἐμπρός.
— Ποῦ πηγαίνομεν;
— Εἰς Νεοχώρι.
— Ὁ δρόμος πολὺς καὶ τὸ σκότος βαθύ.
— Τόσον τὸ καλλίτερον, Γιάννη. Δὲν θὰ μᾶς ἰδῇ κανείς.
— Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔμβωμεν εἰς τὸ Νεοχώρι μὲ τοὺς σάκκους εἰς τὸν ὦμον; Καὶ αὐτὸς εἶναι σχισμένος. Ἠμποροῦν νὰ πέσουν τὰ πράγματα. Στάσου νὰ ἰδῇς.