Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/198

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
192
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

κρύ του μὲ τὴν ἀξίνην μου ν’ ἀνοίγω τὸν λάκκον. Ἀλλ’ ἐνῷ οἱ βραχίονές μου ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον μία φωνὴ τρυφερὰ μοὶ ἐφαίνετο ἀντηχοῦσα εἰς τὰ ὦτά μου· — «Λουκῆ, γλύτωσέ μου!» Πᾶς τῆς ἀξίνης κτύπος μοῦ ἔλεγε δι’ ἐκείνης τῆς φωνῆς: «Λουκῆ, Λουκῆ!»

Αἴφνης ἠκούσθη κρότος μετάλλου πρὸς μέταλλον. Ἐπήδησα ἐντὸς τοῦ λάκκου καὶ ἤρχισα ν’ἀπωθῶ μὲ τὰς χεῖρας τὸ χῶμα. Ἡ ἀξίνη τοῦ κηπουροῦ ἔσχισε τὸν σάκκον. Τὸν ἀνύψωσα μετὰ προσοχῆς καὶ τὸν ἀπέθεσα παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου. Ὑπ’ αὐτὸν ἦτον ὁ ἕτερος σάκκος. Τὸν ἔθεσα πλησίον τοῦ πρώτου καὶ ἐγεμίσαμεν πάλιν μὲ τὸ χῶμα τὸν λάκκον.

— Τώρα; ἠρώτησεν ὁ γέρων.

— Τώρα, τοὺς σάκκους εἰς τοὺς ὤμους καὶ ἐμπρός.

— Ποῦ πηγαίνομεν;

— Εἰς Νεοχώρι.

— Ὁ δρόμος πολὺς καὶ τὸ σκότος βαθύ.

— Τόσον τὸ καλλίτερον, Γιάννη. Δὲν θὰ μᾶς ἰδῇ κανείς.

— Ἀλλὰ πῶς θὰ ἔμβωμεν εἰς τὸ Νεοχώρι μὲ τοὺς σάκκους εἰς τὸν ὦμον; Καὶ αὐτὸς εἶναι σχισμένος. Ἠμποροῦν νὰ πέσουν τὰ πράγματα. Στάσου νὰ ἰδῇς.