Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/183

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
177

τοῦ Παντελῆ. Ἔκαμον τὸν σταυρόν μου ἐκεῖ εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀνέβην ἐπὶ δένδρου, τοῦ ὁποίου ὁ κορμὸς ὑψοῦτο παρὰ τὴν πύλην, ἐπήδησα τὸν τοῖχον καὶ εὑρέθην ἐκτὸς τοῦ χωρίου ἐλαφρὸς καὶ ἀδέσμευτος. Ἔτρεξα δρομαῖος πρὸς τὴν καλύβην ὅπου ὁ Παντελῆς ὑπεσχέθη νὰ μὲ περιμείνῃ. Ἀλλὰ δύο ἡμερόνυκτα παρῆλθον ἔκτοτε. Περιμένει ἆρά γε εἰσέτι;

Ἡ καλύβη ἦτο κλειστή. Ἔκρουσα τὴν θύραν, ἔκραξα: Παντελῆ, Παντελῆ! ἀλλ’ οὐδεὶς ἀπεκρίθη.

Ὄπισθεν τῆς καλύβης ἦτον ὁ σταῦλος. Ἤνοιξα τὸν μάνδαλον καὶ εἰσῆλθον ἐντὸς αὐτοῦ καὶ εἶδον, ὤ χαρά μου! εἶδον τὸν ὄνον τοῦ Παντελῆ ἡσύχως ἐκεῖ περιμένοντα. Μὴ γελάσῃς, ἀναγνῶστα. Τὸν ἐνηγκαλίσθην καὶ τὸν ἐφίλησα! Ἐνόησα ὅτι ὁ εὐλαβὴς κύριός του ἐκκλησιάζεται. Δὲν μὲ παρῄτησεν ὁ ἀγαθὸς Παντελῆς. Μετ’ οὐ πολὺ τὸν εἶδον ἐπιστρέφοντα. Δὲν περιγράφω τὴν ἀμοιβαίαν τῆς συναντήσεώς μας ἀγαλλίασιν!


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ιʹ

Δὲν ἐβραδύναμεν νὰ ὁρίσωμεν μετὰ τοῦ Παντελῆ τὸ δρομολόγιόν μας καὶ ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ὁδοιπορίαν μας. Διευθυνόμενοι πρὸς βορρᾶν μετεβαίνομεν ἀπὸ