τὴν χεῖρα διέκοπτε συχνάκις τὴν πρὸς ἐμὲ ὁμιλίαν, διὰ νὰ τῷ ἀποτείνῃ λόγους ἐνθαρρύνσεως καὶ παρηγορίας.
Ἡ θέα τῶν δύο ἐκείνων ἐκλόνισε τὴν καρδίαν μου. Ἐνθυμήθην τὸν πατέρα μου καὶ τὸν ἔρημον εἰς Σπέτσας τάφον του, ἐνθυμήθην τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφάς μου περιμενούσας εἰς Τῆνον τὴν ἐπιστροφήν μου, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου ἡ πλημμύρα τῆς λύπης μου, καὶ μὲ κατέλαβε θρῆνος καὶ κοπετός, καὶ ἔχυσα πύρινα δάκρυα. Ἐφοβούμην τοὺς Τούρκους. Καθὼς μ’ ἐφυλάκισαν ἀνεξετάστως ὡς κατάσκοπον, ἠδύναντο ἐπίσης καὶ νὰ μὲ καταδικάσωσι. Τί ἦτο δι’ αὐτοὺς ἑνὸς Χριστιανοῦ ἡ ζωή; Ἡ δυστυχής μου μήτηρ εἶχε δίκαιον νὰ μὲ ἀποτρέπῃ. Διατί νὰ ἔλθω εἰς Χίον;
Πρὸς τὸ ἑσπέρας μᾶς ἔδωκαν ἐλαίας καὶ ἄρτον, μετ’ ὀλίγον δὲ ὁ Ἀράπης ἐλθὼν μ’ ἐξήγαγε τῆς φυλακῆς καὶ μ’ ἔφερεν εἰς σκιάδα ἐντὸς τοῦ κήπου, ὅπου, πέριξ τραπέζης χαμηλῆς φορτωμένης ἀπὸ ὀπώρας ποικίλας, ἐκάθηντο ἐπὶ ταπήτων τρεῖς Τοῦρκοι καὶ δύο Χριστιανοί. Μεταξὺ τῶν πρώτων ἀνεγνώρισα τὸν Μουλᾶ Μουσταφᾶν, ἡ δὲ θέα του μοὶ ἔδωκε θάρρος, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν μοῦ ἐφάνη κακὸς κατὰ τὴν τελευταίαν συνοδοιπορίαν μας.
Ἤρχισαν ἐκ νέου νὰ μ’ ἐξετάζωσι τίς εἶμαι καὶ