γίνεται. ᾘσθανόμην εἰσέτι ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ τοῦ βραχίονος τὰς βαρείας τοῦ Ἀράπη χεῖρας, ἤκουον τὴν ὀργίλην προσταγὴν τοῦ Ἀγᾶ νὰ μὲ βάλωσιν εἰς τὴν φυλακήν, ἐνθυμούμην τὸ ἐργαστήριον καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Τηνίου ὑποδηματοποιοῦ μου, ἐντὸς δὲ τοῦ σκότους τῆς φυλακῆς ἐνόμισα κατὰ πρῶτον ὅτι ὀνειρεύομαι.
Ἅμα οἱ ὀφθαλμοί μου συνείθισαν τὸ σκότος, εἶδον ὅτι δὲν ἤμην μόνος ἐκεῖ. Δύο χωρικοὶ ἐκάθηντο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Μὲ παρηγόρησεν ἡ θέα των. Ὑπάρχουν στιγμαὶ καθ’ ἂς ὁ ἄνθρωπος ἐπιζητεῖ τὴν ἐρημίαν, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν κοινωνίαν τῶν ὁμοίων του.
Ἦσαν πατὴρ καὶ υἱὸς οἱ δύο φυλακισμένοι, τὸ δ’ ἔγκλημά των ἦτον ἡ πώλησις μαστίχης. Διότι τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ ὅλου προϊόντὸς τῆς νήσου ἐκρατεῖτο, ὡς γνωστόν, διὰ τὰ χαρέμια τοῦ Σουλτάνου, δὲν ἐπετρέπετο δὲ εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ πωλήσωσι τὸ ἐπίλοιπον εἰμὴ εἰς μόνον τὸν Ἀγᾶν, ὅστις ὥριζε μόνος του τὴν τιμὴν τῆς μαστίχης καὶ τὴν ἐπλήρονεν ὅπως καὶ ὁπότε ἤθελεν.
Ὁ γέρων μὲ ὡμίλησε πρῶτος ἐρωτῶν τίς εἶμαι καὶ διατί ἐφυλακίσθην, καὶ μοὶ διηγήθη αὐτόκλητος τὴν ἱστορίαν του. Ὁ νέος δὲν ἐλάλει, ἀλλ’ ἔκλαιε σιωπηλῶς· ἔκλαιεν, ὁ δὲ γέρων κρατῶν τοῦ υἱοῦ του