Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/177

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
171

Ἐκεῖ Ἀράπης ὁπλοφόρος πλησιάζει τὸν Ἀγᾶν μὲ τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ ἔδαφος.

— Ἀγᾶ μου, λέγει, ὁ νέος αὐτὸς φορεῖ ὑποδήματα φραγκικὰ καὶ θὰ εἶναι κατάσκοπος.

Καὶ δεικνύει διὰ τῆς μαύρης χειρός του τοὺς πόδας μου. Ἐστράφησαν πρὸς αὐτοὺς οἱ ὀφθαλμοὶ ὅλοι καὶ τὰ ἰδικά μου βλέμματα. Πραγματικῶς δὲν ἦσαν χωρικοῦ ὑπόδεσις αἱ ἐμβάδες μου. Τὰς ἠγόρασα εἰς Τῆνον καὶ ἔκοψα τὰ πτερὰ ὅπου αἱ ταινίαι ἐδένοντο, νομίσας ὅτι ἤρκει τοσαύτη προφύλαξις. Δὲν προς εἶδον ὁ ἄθλιος ὅτι ἠδύνατο τὸ σχῆμά των νὰ μὲ προδώσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ μοῦ εἶχεν ἔλθει εἰς τὸν νοῦν ὅτι ἤθελον ποτὲ ἐκληφθῆ ὡς κατάσκοπος.

— Βάλετέ τον εἰς τὴν φυλακήν, διέταξεν ὁ Ἀγᾶς.

Μὲ ἥρπασεν ἀμέσως ὁ Ἀράπης ἀπὸ τοῦ βραχίονος καί, πρὶν προφθάσω νὰ εἴπω λέξιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω ἐξετάσεως πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ὑποψιῶν, τὰς ὁποίας τὰ κατηραμένα μου ὑποδήματα προεκάλεσαν, μὲ ὁδηγεῖ εἰς στενὸν δωμάτιον ἡμιφωτιζόμενον ὑπὸ μικροῦ φεγγίτου, μὲ ὠθεῖ βιαίως ἀπὸ τῶν ὤμων καὶ μὲ κλείει ἐντὸς αὐτοῦ.

Ταῦτα πάντα ἔγειναν διὰ μιᾶς, τοσοῦτον ταχέως, τοσοῦτον ἀπροσδοκήτως, ὥστε ἤμην ὡς ζαλισμένος, ὅτε εὑρέθην ἐντὸς τῆς φυλακῆς. Δὲν ἤξευρον τί μοῦ