Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/169

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
163

ρίου. Ἡ οὐσία τῆς μακρᾶς του διηγήσεως ἦτον, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὸ χωρίον δύο φατρίαι ἀντιμαχόμεναι, αἱ ὁποῖαι ὑπερίσχυον ἐναλλάξ ἐξευμενιζόμεναι τοὺς Τούρκους, ὥστε ἡ μὲν ἐφοβεῖτο διαρκῶς τὴν δέ, καὶ ὅτι ὁ Παντελῆς δὲν ἀνῆκεν εἰς τὴν μερίδα τῶν δημογερόντων οἵτινες μᾶς ἐπεσκέφθησαν, ἀλλ’ ὅτι αἱ γλῶσσαι τοῦ χαβιαρίου θὰ θαυματουργήσωσιν.

Οἱ λόγοι τοῦ Παντελῆ μοὶ ἔδωκαν θάρρος, ἀλλὰ μοὶ ἔφερον καὶ ὕπνον συγχρόνως. Ἤμην ἀπηυδημένος ἐκ τοῦ ταξειδίου. Ἔπεσα λοιπὸν κατὰ γῆς ἐπὶ τριχίνου σάκκου καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἀπεκοιμήθην.

Τὴν πρωΐαν ἀνέτελλε μόλις ὁ ἥλιος, ὅτε οἱ δημογέροντες ἔκρουσαν ἐκ νέου τὴν θύραν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν καλύβην, σιωπηλοί καὶ κατηφεῖς ὡς χθές. Τοὺς εἶχον προλάβει ἐξυπνήσας ἐνωρίς, καὶ ἦσαν ἤδη ἕτοιμοι αἱ γλῶσσαι τοῦ χαβιαρίου ἐντὸς λαχανοφύλλων τυλιγμέναι. Ἡ προσφορά μου τοὺς ὑπερηυχαρίστησε καὶ μετεβλήθη διὰ μιᾶς τὸ πρὸς ἐμὲ ὕφος των.

Μὲ περιεκύκλωσαν μειδιῶντες καὶ θωπεύοντες προστατευτικῶς πως τοὺς ὤμους μου.

— Μὴ φοβᾶσαι, Λουτσῆ. Εἶσαι ἰδικός μας ἄνθρωπος. Ἡμεῖς χανόμεθα, καὶ ὄχι σύ.

Μὲ κατέλαβεν ἀγανάκτησις καὶ ἀηδία, μολονότι μὲ εἶχε προαναγγείλει ὁ Παντελῆς τῆς δωρεᾶς μου τ’ ἀποτελέσματα. Χθὲς ἠπείλουν νὰ μὲ θυσιάσωσι