Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/165

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
159

καὶ εἶδον τέσσαρας μικροὺς χωρικοὺς στηλόνοντας ἐπ’ ἐμοῦ περίεργα βλέμματα, ἀλλ’ ἅμα οἱ ὀφθαλμοί μας ἀπηντήθησαν, ἔφυγον δρομαίως ὄπισθεν τοῦ πατητηρίου. Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ νέος ὁρμαθὸς παιδίων παρουσιάζεται ὄπισθέν μου. Μὲ τὸ δάκτυλον εἰς τὸ στόμα μὲ παρετήρησαν ἔκθαμβα ἐπί τινας στιγμάς, καὶ στρέψαντα τὰ νῶτα ἀπεμακρύνθησαν τρέχοντα. Κατόπιν αὐτῶν ἦλθον ἄλλα. Ἤρχισε νὰ μὲ ἀνησυχῇ ἡ ἐξέτασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ νέα γενεὰ τοῦ χωρίου μὲ ὑπέβαλεν, ἡ δ’ ἀνησυχία μου ἐτρέπετο εἰς ἀνυπομονησίαν διὰ τὴν μακρὰν τοῦ Παντελῆ ἀπουσίαν, καὶ ἡ βραδύτης του ηὔξανε τὰς ὑποψίας μου. Ἐπὶ τέλους τὸν εἶδον ἐπιστρέφοντα, ἀλλ’ ἀντὶ ὄνου τὸν ἠκολούθει ἕτερος χωρικός.

— Δὲν ἔχει Τούρκους. Ἔλα μαζῆ μας Λουτσῆ.

Ἄνευ πλειοτέρων ἐπεξηγήσεων ἐπῆρεν ἕκαστος τῶν χωρικῶν ἓν βαρέλιον ἐπὶ τοῦ ὤμου του, καὶ εἰσήλθομεν οἱ τρεῖς ὁμοῦ εἰς τὸ χωρίον. Εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ ἐντὸς μικρᾶς πλατείας, εὕρομεν πλῆθος χωρικῶν, οἵτινες ἐπερικύκλωσαν τοὺς δύο ὁδηγούς μου, καὶ ἤρχισε χαμηλῇ τῇ φωνῇ μεταξύ των συζήτησις, ἥτις ἔλαβε διὰ μιᾶς διαστάσεις ζωηρᾶς λογομαχίας.

Ὁ Παντελῆς καὶ ὁ φίλος του ἀπέθεσαν κατὰ γῆς τὰ βαρέλια, ὅπως δώσωσι μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν