Εὐτυχῶς δὲν ἐβράδυνε νὰ φθάσῃ τοιοῦτον, ἐκ Ρωσσίας προερχόμενον. Ἦτον ἐκείνη ἡ πρώτη δοσοληψία τῆς ὁποίας ἐδέησεν ἐγὼ μόνος ν’ ἀναλάβω τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι δὲν εἶχον πλέον τὸν πατέρα μου σύμβουλον καὶ ὁδηγόν. Ἔτρεμον μὴ διακινδυνεύσω εἰς κακήν τινα ἐπιχείρησιν τὰ χρήματά μου. Ἐπεσκέφθην τρὶς καὶ τετράκις τὰ ἐπὶ τοῦ πλοίου, ἐσκέφθην, διεπραγματεύθην, ὑπελόγισα, ἐδίστασα, ἐπὶ τέλους τὸ ἀπεφάσισα! Ἠγόρασα ἀντὶ χιλίων γροσίων ἰχθῦς παστούς, τοὺς ἐφόρτωσα εἰς πλοιάριον διὰ Τῆνον, ἐπέβην καὶ αὐτός, ἔκαμον τὸν σταυρόν μου, καὶ ἀπεπλεύσαμεν.
Εἰς Τῆνον εἶχε τότε νομιμοποιηθῆ τὸ ἔθιμον νὰ πωλῶνται τὰ φαγώσιμα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας δημοσίως εἰς τὴν ἀγοράν, ὅπως προμηθεύηται ἐξ αὐτῶν ὁ λαός, μετὰ ταῦτα δὲ ἐπετρέπετο ἡ μεταξὺ ἐμπόρων διαπραγμάτευσις τῶν περισσευόντων. Ἐχρεώστουν, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, ἄλλὰ δὲν μοῦ ἤρχετο νὰ τεθῶ ἐπὶκεφαλῆς τῶν βαρελίων μου καὶ νὰ πωλῶ δημοσίως τοὺς ἰχθῦς μου ἀνὰ ἕνα. Μεθ’ ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν κακοτυχίαν διετήρουν εἰσέτι τῆς ἀρχαίας ἀξιοπρεπείας τὰς ἕξεις. Ὅθεν κατέγεινα κατὰ πρῶτον νὰ εὕρω ἁρμόδιόν τινα ἀντικαταστάτην μου, ἀλλ’ ἡ ἀτυχία τῶν πρώτων πρὸς ἀνεύρευσιν τοιούτου ἐρευνῶν