πατὴρ τὸν ὁποῖον ἠγάπων. Ἡ μήτηρ μου κρατοῦσα τὴν χεῖρά μου δὲν ἐπρόφερε λέξιν, ἀγωνιζομένη νὰ κυριεύσῃ τὴν λύπην της. Ἐμένομεν οὕτως ἐνώπιον τῆς κλίνης σιωπηλοὶ καὶ ἀκίνητοι, ἀκούοντες τοῦ θνήσκοντος τὸ ψυχομαχητόν. Ἔκλινα τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τῆς χειρὸς τῆς μητρός μου καὶ τὴν ἠσπάσθην, ἐκείνη δὲ δὲν ἔσκυψε νὰ μὲ φιλήσῃ, ἀλλ’ ἔθεσε τὴν ἄλλην της χεῖρα ἐπὶ τῆς κεκλιμένης κεφαλῆς μου καὶ μὲ εἶπεν ἡσύχως· — Φέρε ἱερέα.
Ἔδραμον ἔξω ἀμέσως. Δὲν ἤθελον νὰ κλαύσω ἐμπρός της.
Ἐνῷ ἐξηρχόμην εἰσήρχετο εἰς τὴν οἰκίαν ὁ ἰατρός. Συνηντήθημεν εἰς τὴν θύραν.
Τὴν ἐγλυτώσαμεν, φίλε μου! ἀνέκραξε φαιδρῶς ἅμα μὲ εἶδεν. Ἀλλ’ ἡ ἔκφρασις τοῦ προσώπου του μετεβλήθη διὰ μιᾶς, ὅτε παρετήρησε τὴν ταραχήν μου, καὶ ταπεινώσας τὴν φωνὴν μὲ ἠρώτησε·
— Πῶς εἶναι ἐπάνω;
Δὲν ἀπεκρίθην, ἀλλ’ ἔσεισα τὴν κεφαλήν.
— Θὰ ἐτρόμαξε μὲ τοὺς Τούρκους. Φεύγουν τώρα, φεύγουν, καὶ τὴν ἐγλυτώσαμεν.
Τὸν ἀφῆκα ἀναβαίνοντα τὴν κλίμακα καὶ ἐξηκολούθησα τὸν δρόμον μου μὲ τὴν καρδίαν ἐλαφροτέραν. Θ’ ἀποθάνῃ τουλάχιστον ἥσυχος ὁ πατήρ μου, καὶ θὰ μᾶς ἀφήσωσιν οἱ Τοῦρκοι νὰ τὸν κλαύσωμεν