εἰς τοὺς φόβους. Ἀλλὰ πῶς ἠδυνάμην νὰ προΐδω τότε, ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης θὰ καταστρέψῃ τὸν Δράμαλην εἰς τὰ Δερβενάκια;
Τὴν νύκτα τῆς δευτέρας ἡμέρας, περιστρεφόμενος ἐν τῇ ἀγρυπνίᾳ μου ἐπὶ τῆς σκληρᾶς σανίδος, ἥτις ἦτον ἡ στρωμνή μου, ἐσχημάτισα τὴν ἀπόφασίν μου. Δὲν ἤμην πλασμένος διὰ βίον στρατοπέδων. Τὸ ἐμπόριον ἦτον ἡ κλῆσίς μου.
Τὴν πρωΐαν κατέβην εἰς Μύλους, ὅπου εὗρον εὐτυχῶς πλοιάριον ἕτοιμον διὰ Σπέτσας καὶ ἀνεχώρησα.
Δὲν εἶδον ἔκτοτε τὸ Ναύπλιον, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐγκεχαραγμένη εἰς τὴν μνήμην μου ἡ ἀπότομος μορφὴ τοῦ Παλαμηδίου σκιάζουσα τὴν κοιλάδα, ὅπου καλαμῶνες περιφράττουσι τὸ ρεῦμα ταπεινοῦ ρύακος, καὶ ἡ θέα τῆς πόλεως, ἐπὶ τῶν τειχῶν τῆς ὁποίας εἶδον μακρόθεν τότε κυμαινομένην τὴν Τουρκικὴν ἡμισέληνον.
Εἰς Σπέτσας εὗρον καὶ τοὺς γονεῖς καὶ τὰς ἀδελφάς μου ἀσθενεῖς καὶ κλινήρεις. Πόσον μᾶς ἦτον ἐπαισθητὴ τῆς δυστυχοῦς Ἀνδριάνας ἡ ἔλλειψις! Ποσάκις ὅλοι τὴν ἐνθυμούμεθα! Ἀνέλαβον ἐγὼ ἐξ ἀνάγκης τὴν ὑπηρεσίαν ὅλην τῆς πασχούσης οἰκογενείας. Ἐγὼ ἤμην θαλαμηπόλος, νοσοκόμος, καὶ μάγειρος ἔτι. Αἱ δὲ καλαί μας γειτόνισσαι ἠπόρουν βλέπουσαι ἕνα ἄνδρα ταπεινούμενον διὰ τοιούτων γυναικείων