— Ἀπὸ τὴν Χίον, ἀπεκρίθη ὁ πατήρ μου, μετὰ κόπου ὀρθώσας τὴν κεφαλήν.
— Καὶ τί κάθησθε ἐδῶ ἔξω; Πῶς δὲν ἔρχεσθε εἰς τὴν πόλιν μας;
— Πηγαίνομεν εἰς τὸ Ἄργος.
— Εἰς τὸ Ἄργος! Δὲν εἶναι τόπος διὰ γυναικόπαιδα τὸ Ἄργος. Ἐδῶ νὰ μείνετε.
Εἶπεν ὁ πατήρ μου ὅτι πηγαίνομεν ἐκεῖ πρὸς εὔρεσιν πόρου ζωῆς. Ἀλλ’ ἐξηκολούθησεν ἐκεῖνος λέγων, ὅτι τὸ Ἄργος εἶναι στρατόπεδον, ὅτι τὸ Ναύπλιον εἰσέτι πολιορκεῖται, μᾶς παρέστησε τὰς δυσκολίας τῆς ἐν μέσῳ σκηνῶν πολέμου διαβιώσεως γυναικῶν, καὶ μᾶς προέτρεψε ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἀναχώρησίν μας. Ἐνῷ ὡμίλει, ἐπανῆλθε καὶ ὁ πλοίαρχος, ὅστις ἐπικυρῶν τοῦ Σπετσιώτου τοὺς λόγους μᾶς παρεκίνει νὰ μείνωμεν εἰς Σπέτσας. Τὸ νὰ πεισθῶμεν δὲν ἦτο δύσκολον, ἀλλὰ ποῦ νὰ μείνωμεν, ποῦ νὰ κατακλίνωμεν τὴν κεφαλὴν εἰς τὸν νέον τοῦτον τῆς ἐξορίας σταθμόν; Ὁ ἀγαθὸς Σπετσιώτης ἐνόησε, φαίνεται, τὴν αἰτίαν τῶν δισταγμῶν μας.
— Ἐλᾶτε εἰς τὴν οἰκίαν μου, εἶπεν. Ὁ πατήρ μου ἐφονεύθη πολεμῶν, ἡ μήτηρ μου ἀπέθανε, καὶ εἶναι ἔρημος ἡ φωλεά μου. Κατοικήσατέ την ὅσον καιρὸν θέλετε. Ἐλᾶτε.
Ἐδέχθημεν μετὰ συγκινήσεως τὴν προσφοράν του.