Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/108

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
102
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

μου νὰ λαμβάνωσιν ὀνείρων μορφήν, ὅτε ἐξαίφνης ἀκούω ἦχον βαρὺν σώματος πίπτοντος ἐντὸς τῆς θαλάσσης καὶ τρόμου συγχρόνως κραυγάς.

— Ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν! Ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν!

Εὑρέθην διὰ μιᾶς εἰς τὴν πρύμνην. Ἡ Ἀνδριάνα δὲν ἦτον εἰς τὴν θέσιν της. Οἱ δ’ ἐπιβάται σκύπτοντες ἀπὸ τῶν πλευρῶν τοῦ πλοίου ἔβλεπον τὴν θάλασσαν, καὶ αἱ γυναῖκες ἔκραζον:

— Ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν; Σώσατέ την!

Ὁ πλοίαρχος διέταξε νὰ χαλαρώσωσι τὰ ἱστία. Ἐκόπη τοῦ πλοίου ὁ δρόμος, καὶ ἡ λέμβος κατεβιβάσθη. Ἀλλ’ ὁ ἄνεμος ἔπνεε δυνατὸς καὶ εἴχομεν ἤδη ἀφήσει ὀπίσω τὸ ἄγνωστον ἐκεῖνο σημεῖον, ὅπου ἠκούσθη ὁ ἀπαίσιος ἦχος, ὅπου ἡ Ἀνδριάνα ἐρρίφθη εἰς τὸ πέλαγος.

Ὤ! ποτὲ δὲν ἐμίσησα τοὺς Τούρκους ὅσον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν!

Ἐπήδησα ἐντὸς τῆς λέμβου πρὶν ἢ δυνηθῇ ὁ πλοίαρχος νὰ μ’ ἐμποδίσῃ. Οἱ ναῦται ἐκωπηλάτουν βιαίως. Ὑπήγομεν ὀπίσω. Ἐσιωπῶμεν προσέχοντες μὴ ἀκούσωμεν τὴν φωνήν της. Ἐκράζομεν δυνατὰ διὰ ν’ ἀκουσθῶμεν. Τίποτε! Ἐβλέπομεν εἰς τὸ σκότος μὴ διακρίνωμεν μορφήν τινα ἐπὶ τῶν κυμάτων. Τίποτε! Τίποτε!