ἀνήρχετο εἰς 60 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν ἑκάστη τῶν Δυνάμεων θὰ ἠγγυᾶτο τὸ τρίτον, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις θὰ ἦτο ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου ἐντελῶς ἀνεξάρτητος».
Δυστυχῶς ὁ Λεοπόλδος παρῃτήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου τῇ 21 Μαΐου 1830, μέχρι δὲ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ὄθωνος κατὰ τὴν 13 Φεβρουαρίου 1832 δὲν ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τοῦ δανείου.
Εὐθὺς δ’ ὅμως ὡς ἐκανονίσθη ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, οἱ πληρεξούσιοι τῶν τριῶν Δυνάμεων δι’ ἐμπιστευτικῆς ἀνακοινώσεως ἀνέπτυξαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Βαυαρίας τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος προσεφέρετο εἰς τὸν Ὄθωνα, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη περιεῖχε καὶ τὰ ἑξῆς σχετικὰ πρὸς τὸ δάνειον: Τὸ συνέδριον προέτεινε νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ τοῦ Ὄθωνος δάνειον ἴσον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῇ εἰς τὸν Λεοπόλδον· τὸ δάνειον τοῦτο ἔμελλε νὰ ἐκδοθῇ κατὰ τμήματα καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπέβαλον τοῦτο αἱ ἀνάγκαι τῆς Ἑλλάδος· ἡ δ’ Ἑλλὰς ὤφειλεν ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς ἐσόδων νὰ πληρώνῃ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου.
Τὸ ἄρθρον 12 τῆς μεταξὺ τῆς Βαυαρίας καὶ τῶν τριῶν Δυνάμεων συνθήκης τῆς 7 Μαΐου 1832, ἐπικυροῦν τοὺς προμνησθέντας ὅρους, προσέθετεν (βλ. ἄρθρ. 12 παρ. 6), ὅτι ὁ Ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος ὑποχρεοῦνται νὰ ἀφιερῶσι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐξόδου εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τὰς πρώτας εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ τέλος ὥριζεν ὅτι «οἱ διπλωματικοὶ ἀντιπρόσωποι τῶν τριῶν Αὐλῶν θέλουσιν εἰδικῶς ἐπιφορτισθῇ νὰ ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ τελευταίου τούτου ὅρου».
Ἡ ἕκτη αὕτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συνθήκης τοῦ 1832 εἶνε ἀξία πάσης προσοχῆς, καθ' ὅτι περιέχει ἐν σπέρματιτὸν θεσμὸν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Καὶ εἶνε μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ κείμενον τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1832 προεβλέπετο διὰ συνθήκης, συναφθείσης μετὰ τρίτου,[1]
- ↑ Ὡς βλέπει ὁ ἀναγνώστης τὰ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν