τοὺς Πατρινοὺς νὰ ἐκλέξουν τὸν Γούναρην. Δι’ αὐτὸ παρέδιδε τὰ κλειδιὰ τῆς πολιτείας εἰς τοὺς ἐχθρούς του. Θὰ ἐχρησιμοποίει καὶ τὸν διάβολον ἀκόμη, ἐὰν ἦτο Ἕλλην καὶ εἶχεν ἱκανότητα.
Μὲ τὴν μεγαλόπνοον αὐτὴν ζέσιν, κατώρθωσεν ὁ ἀπαράμιλλος ἐκεῖνος ἐμψυχωτὴς νὰ ἑνώσῃ ἠθικῶς τὸν λαόν, νὰ φρονηματίσῃ τὸν στρατόν, νὰ κερδίσῃ τρίτον δημοψήφισμα εἰς τὰς ἐκλογὲς τοῦ Μαρτίου 1912, νὰ στήσῃ ὄρθιον, ἐντὸς εἴκοσι μηνῶν, κράτος παλλόμενον ἀπὸ νεότητα καὶ ἐλπίδας, ὄρθιον μέχρι τοῦ Μαρμαρά, ὄρθιον ἐπὶ τῆς Ἰωνίας.
Συνέβη ἔπειτα νὰ ἀποδειχθῇ ὑπερβολικὴ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βενιζέλου πρὸς τοὺς πολλοὺς ἐκ τῶν ἀντιπάλων του. Συνέβη νὰ τὸν ὑβρίζουν «προδότην» ὅλοι σχεδὸν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐφόρτωσε δόξαν, βαθμοὺς καὶ δύναμιν. Βεβαίως ἠπατήθη. Ἀλλ’ ἔσφαλεν αὐτὸς μόνος ἢ ήμάρτησαν ἀσυγχώρητα κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐκεῖνοι;