Μετὰ δεκαπεντάμηνον ἀκάματον δραστηριότητα, ὁ Βενιζέλος ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τῶν Πατρῶν:
«Τὸ κράτος εἶναι εἰς θέσιν ἀπὸ σήμερον καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ παρατάξῃ δύναμιν 110.000 ἀνδρῶν ἥτις θὰ αὐξηθῇ εἰς 140.000 διὰ τῶν νέων μέτρων».
Ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο χρονικῶς πολὺ πλησίον ἀλλ’ ἠθικῶς πολὺ μακρὰν τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὁ Γεώργιος Θεοτόκης χαρακτήριζε πᾶσαν προσπάθειαν δημιουργίας στρατοῦ ἀνωτέρου τῶν 60.000 ἀνδρῶν, μὲ τὰς λέξεις:
«Αὐτὰ εἶναι ὄνειρα θερινῆς νυκτός!»
Ὅταν δὲ βραδύτερον ὁ Γεώργιος Θεοτόκης δὲν δίστασε νὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του τὴν τιμὴν τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ὁ Βενιζέλος τοῦ ἀπήντησε:
«Ε. Βενιζέλος: Ναί, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας, εἴχατε προμηθεύσει εἰς τὸ κράτος 100.000 ὅπλα καὶ τὰ τηλεβόλα του. ’Αλλὰ δὲν ἠδύνασθε νὰ παρατάξετε ὄχι τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον παρέταξε σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ οὔτε 30–40.000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκράτουν τὰ σύνορα ἐπὶ 3-4 ἑβδομάδας. Εἴχατε πράγματι ἐφόδιά τινα ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν στρατόν» [1].
Ἐὰν ὅμως ὁ στρατὸς διοικῆται ὑπὸ πλειοτέρων ἐν ἀνάγκῃ ἀρχηγῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰρήνης χρειάζεται ἀπαραιτήτως ἕνα καὶ μόνον ἀρχηγὸν πολέμου. Δὲν ὑπῆρχεν ἑπομένως ἄρτιον στράτευμα πρὸ τῆς ἐξευρέσεως ἀρχιστρατήγου. Τὸ ζήτημα ἐμελετήθη ἐπὶ δέκα μῆνας παρὰ τῆς τότε κυβερνήσεως. Ὁ Βενιζέλος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐγνώρισεν ἐκ τοῦ πλησίον ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνωτέρους αξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἀρχηγεύσουν. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν πολλοὶ γενναῖοι καὶ ἱκανοὶ στρατιῶται. Οὐδεὶς ὅμως συνεκέντρωνε τὰς ἰδιότητας τοῦ ἀρχιστρατήγου. Μόνος ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος ἐξεχώριζεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Βενιζέλου. Εἶχεν ἤδη διοικήσει τὸ στράτευμα, προήρχετο ἀπὸ μεγάλην πολεμικὴν σχολήν, ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς ὑφισταμένους του, ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας του, ἐγνώριζε τὸν Ἕλληνα στρατιώτην καὶ τοῦ ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην.
Τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1910 ὁ βασιλεὺς Γεώργιος παρεκάλεσε τὸν Βενιζέλον, μέσῳ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ του οἴκου Πάλλη, νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πρίγκηπας εἰς τὸ στράτευμα. Ὁ πρωθυπουργὸς ἀπήντησε:
«Τὸ μέτρον εἶναι ἀκόμη πρόωρον».
Ἐφ’ ὅσον ἐν τούτοις ἐπροχώρει ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις καὶ ἀνεφαίνοντο δυσχέρειαι ἐξωτερικαί, ἡ παρουσία ἀρχιστρατήγου ἐγίνετο ἀπαραίτητος. Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1911, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέθεσε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν τοῦ ἀντιστρατήγου διαδόχου Κωνσταντίνου. Αὐτομάτως θὰ ἦτο ὁ ἐν πολέμῳ ἀρχιστράτηγος.
Τὸ μέτρον ἐνεφανίζετο μεστὸν ἀπὸ μεγάλας συνεπείας. Ἐπροκάλεσεν
- ↑ Συνεδρίασις Βουλῆς Ἑλλήνων, 2 Μαρτίου 1913.