σκέφθη τὸν αὐτοκράτορα Γουλιέλμον χάριν τοῦ κρητικοῦ ζητήματος. Ὁ Γερμανὸς αὐτοκράτωρ εἶπε:
«Καλὴ ἡ διπλωματία, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσετε διὰ τὸν ἐξοπλισμόν σας. Ἐγὼ θὰ σᾶς κάμω στρατὸν καὶ στόλον».
«Γεώργιος: Ἡ Ἑλλὰς τὸ ἐπιθυμεῖ. Ἀλλὰ σεῖς ὀργανώνετε τὸν τουρκικὸν στρατόν. Πῶς θὰ συμβιβασθῇ τὸ πρᾶγμα;»
«Γουλιέλμος: Αὐτὸ εἶνε δική μου δουλειά!»
Ὁ τόσον ἀλλοπρόσαλλος αὐτοκράτωρ εἶχεν ἀνάγκην τώρα τῆς Ἑλλάδος. Τοῦ ἐχρειάζετο γεωγραφικὸν στήριγμα εἰς τὴν Μεσόγειον, κατόπιν τῆς συνομολογηθείσης συμμαχίας μεταξὺ Γαλλίας, Ρωσσίας καὶ Μεγ. Βρεττανίας.
Τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὁ Κάϊζερ ἦλθεν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ ἔμεινε σύμφωνος μὲ τὸν πρωθυπουργὸν Θεοτόκην διὰ τὴν μετάκλησιν γερμανικῆς ἀποστολῆς πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ κατὰ ξηρὰν ἑλληνικοῦ στρατοῦ [1].
Ὁ Βενιζέλος εὑρῆκε τὰς ἐνεργείας τῶν προκατόχων του Ζορμπᾶ καὶ Καλλέργη διὰ τὴν ἄφιξιν Γάλλων ἐκπαιδευτῶν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ Ἄγγλων διὰ τὸ ναυτικόν. Τὰς ἔφερεν ἀμέσως εἰς πέρας. Ὅταν ἀνέφερε τὸ γεγονὸς πρὸς τὸν βασιλέα, ὁ Γεώργιος τοῦ εἶπε:
«Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀνακινήσετε τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ μοῦ προκαλέσετε οἰκογενειακὰς ἀνωμαλίας. Ἔπειτα δυσαρεστοῦμεν καὶ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας. Ἔχω συμφωνήσει μαζί του νὰ μᾶς στείλῃ Γερμανοὺς ὀργανωτάς».
«Βενιζέλος. Μεγαλειότατε, λυποῦμαι, ἀλλὰ ἡ γαλλικὴ ἀποστολὴ θὰ ἔλθῃ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἔχω τὸ ταχύτερον 100.000 ὠργανωμένου στρατοῦ. Χάριν αὐτοῦ θὰ ἀντεμετώπιζα ὄχι μόνον τὴν δυσαρέσκειαν τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας μαζί» [2].
Ὁ Γεώργιος ἀντελήφθη ὅτι δὲν ἐχώρει συζήτησις. Τὰ μέσα Ἰανουαρίου κατέφθαναν οἱ Γάλλοι αξιωματικοὶ ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Ἐντοῦ καὶ οἱ Ἄγγλοι ὑπὸ τὸν ναύαρχον Τῶφφνελ.
Ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ κράτους ἐπροχώρει μὲ ἀσυνήθη ταχύτητα καὶ ἐπιμέλειαν. Ὠργανώθησαν σχολεῖα ἐφαρμογῆς τῶν διαφόρων ὅπλων. Αἱ μεραρχίαι ηὐξήθησαν ἀπὸ τρεῖς εἰς τέσσαρος. Ἡ ἐν εἰρήνη δύναμις ἐνισχύθη ἀπὸ 20 εἰς 23.000 ἀνδρῶν μὲ 4.000 ὑπαξιωματικοῦς καὶ 1870 μονίμους ἀξιωματικούς. Ἀντὶ τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη ἡ κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων διέθεσεν 110 ἑκατομμύρια χρυσῶν δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους δαπανήθησαν 47 ἑκατομμύρια διὰ τὸ κατὰ ξηράν στράτευμα καὶ 17 εἰς τὸ ναυτικόν, πλὴν τῶν τακτικῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύο ὑπουργείων. Κατεβλήθησαν αἱ δόσεις τῆς πληρωμῆς τοῦ «Γ. Ἀβέρωφ» καὶ παρελήφθη τὸ σκάφος.