Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/82

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
72
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
00

μένη ἐννοίας. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἡ θεσσαλικὴ μητρόπολις εἶχε γίνει θέατρον σφαγῆς τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν τὴν ἀπελευθέρωσίν των ἐκ τοῦ πραγματικοῦ καὶ ὄχι πολιτικοῦ ἁπλῶς ζυγοῦ τῆς ὀλιγαρχίας. Εὐρίσκετο ἐξ ἄλλου ἀπροστάτευτος ἡ Λάρισα εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τουρκικῶν τηλεβόλων. Ὁ Βενιζέλος ἔδειξεν ὅτι ἡ νέα ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τάξις ἀντελαμβάνετο καὶ τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν προκάτοχόν της ὀλιγαρχίαν. Θεμέλιον τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἦτο τὸ γεγονὸς ὅτι ἤντλει τὴν δύναμίν της ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ἔστρεφε τὴν φροντίδα της ὑπὲρ αὐτοῦ:

«Ἡ κυβέρνησις δὲν διστάζει νὰ κηρύξει πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, εἶπεν ὁ Βενιζέλος, ὅτι ἐπιδιώκει ὅπως ἓν μέρος τῶν δημοσίων βαρῶν, τὸ ὁποῖον ὑφίστανται σήμερον οἱ ἀνίσχυροι ὦμοι τῶν ἀπορωτέρων τάξεων, μεταπέσῃ εἰς τοὺς ἰσχυροτέρους ὤμους τῶν εὐπορωτέρων τάξεων».

Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς ἰδιοκτήτας, ὡς ὁ ἐργατικὸς κῶδιξ καὶ ἡ μεταρρύθμισις τῆς ἐκπαιδεύσεως μὲ λαϊκὴν κατεύθυνσιν, εὑρίσκονται σαφεῖς καὶ συστηματικαὶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τῆς Λαρίσης.

Ἐξετέθη ἐπίσης τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν ἀστῶν. Χαρακτηρίζεται ἀπὸ προνοητικότητα διὰ τὴν ὀργάνωσιν ἀξιομάχου στρατοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὀλιγαρχικῆς ἀδιαλλαξίας, ἡ ὁποία καθίστα χιμαιρικὰς τὰς ἑλληνικὰς ἀξιώσεις.

«Ἡ κυβέρνησις φρονεῖ, ἐδήλωσεν ὁ πρωθυπουργός, ὅτι πρέπει νὰ ἄρωμεν τὰς διχοστασίας ὄχι μόνον πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους βαλκανικοὺς λαούς. Μόνον ἀποστρέφοντες, κατὰ τὸ δυνατόν, τὸ βλέμμα ἐκ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον μᾶς προσεγγίζει, θὰ ἐπιτύχωμεν στενώτερον σύνδεσμον μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴν λαῶν».

Εἶχε ριφθῆ ἡ πρώτη ἐπίσημος ἑλληνικὴ πρόσκλησις διὰ τὴν βαλκανικὴν συμμαχίαν. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἄφηνε τὰ σύννεφα. Ἀλλ’ ἡ πρακτικὴ ὡριμότης τοῦ ἐγκαινιαζομένου συστήματος, ἐφανερώνεται καὶ εἰς τὴν μορφὴν τῆς ὁμιλίας τοῦ Βενιζέλου. Ἡ ἑλληνικὴ ρητορικὴ ἦτο συνήθως λυρικὴ καὶ ἠχηρά. Πλοῦτος λέξεων, πτωχεία ἰδεῶν, ἀπουσία ἐκτελέσεως ἔργων. Ὁ νέος πρωθυπουργὸς ἐγκατέλειπε τὰ καθιερωμένα. Παρουσίαζε σύγχρονον κλασικὸν τύπον εὐγλωττίας, συνδυάζοντα τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Ἐνεφανίζετο ὡς ρήτωρ ἀπέριττος καὶ πραγματολόγος. Ὡς ὕφος ἀκόμη ἡ καθαρεύουσα τοῦ Βενιζέλου ἦτο ζῶσα, νευρώδης, ὥριμος, Χωρὶς ἴχνος ἀκαδημαϊσμοῦ ἀλλὰ καὶ ἄνευ τολμηρῶν παραληρήσεων πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐδημιούργει θαυμάσιον ὑπόδειγμα νεοελληνικοῦ λόγου. Ἔπειθεν ὅσον οὐδεὶς ἄλλος πρὸ αὐτοῦ, ἐπειδὴ μετέδιδε τὴν βεβαιότητά του ὅτι θὰ πράξῃ ὅτι ἔλεγε. Εἰς τὴν Λάρισαν ὡμίλησεν ὑπὸ βροχήν. Αἱ λέξεις του ἐδανείζοντο κάτι ἀπὸ τὸ ἀπηνὲς τῆς γύρω φύσεως. Τὸ φθινοπωρινὸν τοπεῖον ἐτελείωνεν εἰς τὰ βουνὰ τῆς Μελούνας, τὰ ὁποῖα ἠπείλουν τὴν πεδιάδα, ἀντὶ