Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/8

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
6
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
0

συντηρητικῆς Εὐρώπης ἐπιβληθεῖσαι εἰς τὸν τόπον ἀλλογενεῖς δυναστεῖαι, ἦσαν ἰσάριθμοι αἰτίαι ἐμφανίζουσαι τὸ ἑλληνικὸν κράτος, κοινωνικῶς μὲν ἀσυγχρόνιστον, πολιτικῶς δὲ ἔξω τῆς πραγματικότητος. Εἰς τὰς πνευματικὰς ἐξ ἄλλου περιοχὰς ὁ στεῖρος ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῆς κλασικῆς, τῆς βυζαντινῆς καὶ τῆς καθαυτὸ νεοελληνικῆς παραδόσεως, ἠμπόδισε τὴν παραγωγὴν πρωτοτύπου καὶ αὐτοδυνάμου τέχνης. Παρ’ ὅλην ἑπομένως τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν προκαλοῦν αἱ νεοελληνικαὶ προσπάθειαι κατὰ τὸν δέκατον ἔνατον αἰῶνα, ἦσαν ἀνίκανοι νὰ ὁδηγήσουν εἰς τοὺς τεθέντας σκοπούς, ἐξ αἰτίας τῶν ἀνατέρω θεμελιωδῶν λόγων. Ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τοῦ 1830 καὶ 1900 μᾶς ἐμφανίζεται κυριαρχούμενον ἀπὸ ἕνα ἄγονον ἱστορισμόν.

Ἡ ἄκαρπος καὶ πυρετώδης αὐτὴ ἐποχὴ διήρκεσε μέχρι τοῦ κινήματος τοῦ Γουδῆ. Ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις, παρεσκευασμένη ψυχολογικῶς ἀπὸ χρόνου μακροῦ, εὗρεν ἰσχυρὰν ἀπήχησιν εἰς τὰς ἀστικὰς καὶ μικροαστικὰς τάξεις, τὰς ὁποίας ἄνευ ἐντολῆς, ἀλλὰ πραγματικῶς ἐξεπροσώπησε. Δεκατρεῖς μῆνας ἔπειτα, καὶ τὸ πρῶτον ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ νεοελληνικοῦ βασιλείου, κατέλαβε τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν κυβέρνησις ἔχουσα συνείδησιν τῆς καταγωγῆς της καὶ ἀρχηγὸν ἄξιον τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν νέων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς κοινωνικῶν στρωμάτων — διότι περὶ ὠργανωμένων τάξεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος — εἶναι ἐκεῖνα τοῦ κυριαρχοῦντος πανταχοῦ σήμερον ἀστικοῦ κόσμου: Ὀξεῖα αἴσθησις τῆς πραγματικότητος, συνετὴ ἐμπειρία κατὰ τὴν ἀναζήτησιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν μέσων, ἐπίμονος ἀλλ’ ἄνευ ἐξάρσεως ἐπιδίωξις τοῦ σκοποῦ. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ ἔμβλημα τῆς νέας περιόδου καὶ ἐξηγοῦν γενικῶς τὰς σημειωθείσας ἐπιτυχίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπανήρχοντο εἰς τὴν κυβέρνησιν αἱ πρὸς ὥραν ἡττηθεῖσαι, χωρὶς νὰ ἐκμηδενισθοῦν, συντηρητικαὶ τάξεις.

Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἱστορουμένης δεκαετίας ἐπράχθησαν ἔργα ἀξιομνημόνευτα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου καὶ ἰδίως πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν φέρουν ταῦτα τὴν σφραγίδα τοῦ ἀκεραίου καὶ τοῦ ὁριστικοῦ. Τὰ σφάλματα δὲν ὑπολείπονται κατὰ πολὺ τῶν ἐπιτυχιών, αἱ δὲ ἀρεταὶ εὗρον ἀντιμετώπους των τὰς ἀδυναμίας, τὰ πάθη καὶ τὰ μίση τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Προποντὶς καὶ τὸ Αἰγαῖον δὲν εἶναι θάλασσαι ἑλληνικαί. Ἡ Ἰωνία δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀνατολικὴν παραλίαν τῆς Ἑλλάδος ἀλλ’ εἶδε τοὐναντίον τὸ φρικτὸν ἀπορρίζωμα τῶν τέκνων της. Ἐπάνω εἰς τὸν μεγάλον ἱστορικὸν πίνακα τὸ φῶς καὶ αἱ σκιαὶ ἐναλλάσσονται ἰσομερῶς. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτά, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ θεωρηθῇ εὐκαταφρόνητος ἡ κληρονομία, τὴν ὁποίαν οἱ ἄνδρες τοὺ 1910–1920 παραδίδουν εἰς τοὺς υἱούς των.

Ἂν τὰ παλαιότερα ἑλληνικὰ κράτη ἦσαν ἀνώτερα τοῦ σημερινοῦ κατ’ ἔκτασιν, πολιτισμὸν ἢ δύναμιν, οὐδὲν ὅμως ἐκ τούτων περιέκλεισεν ὑπὲρ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια ἀμιγοῦς ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ εἰς ὅρια τεινόμενα ἐκ τῶν ἀντερεισμάτων τῆς Ροδόπης μέχρι τῆς νοτίας ἀκτῆς τῆς Κρήτης, καὶ ἀπὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ἀδρία ἕως τῶν πυλῶν τῆς Ἀδριανουπόλεως. Ὁ ἐλεύθερος ὀργα-