Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/79

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
00
Μέρος Πρῶτον. «Οἱ Πρόδρομοι»
69

διπλῆ ἀναθεωρητική, κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν ψηφοφορίαν δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της. Αὐθόρμητα καὶ ζωηρότατα συλλαλητήρια συνεκροτήθησαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Οἱ Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης, Κ. Π. Μαυρομιχάλης, μεταβαίνοντες εἰς τὸ βουλευτήριον ἀπεδοκιμάσθησαν δεινῶς. Εἰς τὴν πλατείαν τῆς Ὁμονοίας ἐνώπιον χιλιάδων λαοῦ, ἐζητήθη «ἡ ἐξορία τῶν ἀρχηγῶν τῶν φαύλων παλαιῶν κομμάτων». Ἐξηρεθισμένοι διαδηλωταὶ συνεκεντρώθησαν πρὸ τῶν ἀνακτόρων. Ὁ βασιλεὺς τοὺς παρήγγειλε:

«Ὁ λαὸς δύναται νὰ εἶναι ἤσυχος. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν παραίτησιν τοῦ Βενιζέλου».

Καίτοι ἡ κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, εἰσηγήθη ὀρθῶς εἰς τὸ στέμμα τὴν διάλυσιν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Τὸ βασιλικὸν διάταγμα ἔτοιχοκολλήθη εἰς τὴν κλειστὴν ἐξώθυραν τοῦ κοινοβουλίου, τὴν 12/25 Ὀκτωβρίου 1910. Νέαι ἐκλογαὶ θὰ ἐνηργοῦντο τὴν 28ην Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους.

Τὰ παλαιὰ κόμματα ἐθεώρησαν πραξικοπηματικὴν τὴν διάλυσιν. Ὁ Γ. Θεοτόκης εἰσηγήθη τὴν ἀποχὴν ἐκ τῶν ἐκλογῶν, καίτοι δὲν ἐδέχετο πρὸ ὀλίγου συζήτησιν κἂν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ βασιλέως πρὸς διάλυσιν τοῦ σώματος ἐκείνου. Οἱ Δ. Ράλλης και Κ. Π. Μαυρομιχάλης συνεφώνησαν.

Καὶ τούτων μὲν ἡ στάσις εἶχε δευτερεύουσαν σημασίαν. Ἦσαν ἐκ καταγωγῆς ἐχθροὶ τῆς νέας τάξεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἀπέσχεν ὁ Δ. Γούναρης, διὰ λόγους κομματικῆς πειθαρχίας. Δὲν ἐνέκρινεν ἀτομικῶς τὴν ἀποχήν. Ἠκολούθησε τὸν ἀρχηγόν του Θεοτόκην καὶ ἐδικαιολογήθη οὕτω:

«Ποῖον κῦρος δύναται νὰ ἔχῃ τὸ νέον σύνταγμα ὄταν ψηφισθῇ ἀπὸ Βουλήν, τῆς ὁποίας δὲν μετέχουν ὁ Θεοτόκης, ὁ Ράλλης, καὶ ὅλοι οἱ σοβαροὶ κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες τοῦ τόπου;»

Τὸ κύρος τοῦ κοινοβουλίου δὲν προήρχετο ἀπό τόν λαόν, ἀλλ’ ἀπὸ πέντε δέκα «σοβαροὺς ἄνδρας». Ἀντίληψις καθαρῶς ἀντιδημοκρατική. Μὲ αὐτὴν ἐπῆγεν ἀκόμη μακρύτερα ὁ Γούναρης καίτοι αἱ ἀστικαὶ τάξεις ἐξηκολούθουν νὰ νομίζουν ὅτι ἀνῆκεν εἰς αὐτάς [1].

Ἡ ἀρνητικὴ διαμαρτυρία τῶν παλαιῶν κομμάτων ἐπέρασεν ἀπαρατήρητος. Αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι εἶχαν πρὸ πολλοῦ καταδικάσει τὸν τρόπον τῆς δράσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἔλεγαν:

«Καὶ σοῦ εἶπα καὶ μοῦ εἶπες, ἀκριβή μου Θεανώ».

Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς πολιτείας, θὰ ἱδρύετο καὶ τὸ κοινοβούλιον ἐπὶ τῆς νέας ἀνορθωτικῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήριζε πνεῦμα πρακτικότητος καὶ ἐφαρμογῆς θετικῶν ἔργων.


  1. Τὸ ὅτι ὁ Δ. Γούναρης ἐξηκολούθει θεωρούμενος ἀντιπρόσωπος τῶν ἀστικῶν τάξεων μαρτυρεῖ ἡ πρὸς αὐτὸν πρόποσις τοῦ προέδρου τοῦ δικηγορικού συλλόγου Πύργου Ἀθανασιάδη, εἰπόντος, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1912: «Οἱ δικηγόροι σεμνύνονται διότι ἐκ τῶν τάξεων τῶν ἀστῶν προῆλθεν ἐθνικὸς ἀνήρ, ὁ Δ. Γούναρης». (Ἰω. Μάλλωση «Πολιτικὴ Ἱστορία Δ. Γούναρη» σελίδες 227 και 250. Α. Καμπάνη: «Η Ἑλληνικὴ Κρίσις»).