αἴσθημα ἐδοκίμαζε, τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ ἐφαίνετο διὰ μιᾶς ἀνανεωμένη [1].
Συνεζήτησαν καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ὁ Γεώργιος ἀνέθεσεν εἰς τὸν Βενιζέλον νὰ καταρτίσῃ κυβέρνησιν, ἐνέκρινε δὲ νὰ δημοσιευθῇ τὸ ἑξῆς διάγγελμα:
«Κατὰ τὴν σημερινὴν μεταμεσημβρινὴν συνάντησιν τοῦ κ. Βενιζέλου μετὰ τοῦ βασιλέως, ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης εὐηρεστήθη νὰ ἀνακοινώσῃ ὅτι, μελετήσας καλῶς τὰ λεχθέντα αὐτῷ ὑπὸ τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων κατέληξεν εἰς τὸ νὰ ἐγκρίνῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς γνώμας τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ἀπεφάσισε, τιθέμενος ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ εἰρηνικοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, νὰ περιβάλῃ τὸν κ. Βενιζέλον μὲ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐκτεθέντος εἰς τὴν αὐτοῦ μεγαλειότητα προγράμματός του. Ἀνάκτορα Ἀθηνῶν, 2 Ὀκτωβρίου 1910».
Τοιαύτην διακήρυξιν ὁ Γεώργιος δὲν εἶχε δημοσιεύσει ἄλλοτε ἐπὶ πενῆντα ἔτη. Οἱ βασιλεῖς δὲν ἐπαναστατοῦν εὔκολα. Αὐτὸς τὸ ἔκαμε.
Τὴν 5ην Ὀκτωβρίου τὸ νέον ὑπουργεῖον ἐσχηματίσθη ὡς ἑξῆς: Ε. Κ. Βενιζέλος πρόεδρος κυβερνήσεως, ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, Ε. Ρέπουλης, τῶν Ἐσωτερικῶν, Ν. Δημητρακόπουλος, τῆς Δικαιοσύνης, Λ. Κορομηλᾶς, τῶν Οἰκονομικῶν, Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς, τῆς Παιδείας, Ἰω. Γρυπάρης, τῶν Εσωτερικῶν. Ὁ Ἐμμανουὴλ Μπενάκης θὰ ἀνελάμβανε τὸ συνιστώμενον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
Οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως εἶχεν ἄλλοτε καταλάβει ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Πλὴν δύο, οἱ λοιποὶ ἐγίνοντο βουλευταὶ διὰ πρώτην φοράν. Ὅ,τι ἑπομένως ἀνεπτύχθη μέχρι τοῦδε ὡς θεωρία, ἐπιστοποιήθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία περιῆλθεν εἰς νέους ἀντιπροσώπους, ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν ἀστικῶν τάξεων.
Μετὰ τὸν βασιλέα, ἔμενε να ρυθμισθῇ ἡ θέσις τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ ἀρχίζοντος ἔργου τῆς ἀνακαινίσεως. Καὶ προηγουμένως καὶ διὰ τοῦ Βενιζέλου, ἡ ἐπανάστασις ἐλάμβανεν ὡρισμένην κατεύθυνσιν: Ἐπρόκειτο νὰ ὀργανωθῇ συγχρονισμένον ἀστικὸν κράτος, μὲ χαρακτῆρα προοδευτικόν. Εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν δὲν ἠδύναντο νὰ συνεργήσουν οὔτε οἱ 180 ὀλιγαρχικοὶ βουλευταὶ μὲ τὰς ἐντελῶς ὀπισθοδρομικὰς ἰδέας των, οὔτε ἡ ὁμὰς τῶν ἀδιαλλάκτων συντακτικῶν, ἥτις ἐπεδίωκε τὴν ἀνατροπὴν τῆς κληρονομικῆς βασιλείας. Ὁ ἀπομένων ἀριθμὸς τῶν ἀνορθωτικῶν μελῶν τῆς συνελεύσεως δὲν ἤρκει διὰ νὰ στηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν Βενιζέλου.
Ἡ ἀδυναμία τῆς συνελεύσεως ὅπως προσαρμοσθῇ μὲ τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ ἀπεδείχθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν περὶ χαρακτηρισμοῦ τοῦ σώματος. Ἐνῷ ὁ πρωθυπουργός, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, ὁ Α. Ευταξίας, ἀντιπροσωπεύοντες τὰ τρία τέταρτα τῶν πληρεξουσίων βουλευτῶν, ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ στέμματος νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, διότι αὕτη δὲν ἦτο «συνέλευσις συντακτική», ἀλλὰ
- ↑ Ὁ Γεώργιος. διηγήθη ἐπανειλημμένως ἔπειτα τὰς ἐντυπώσεις του ἐκ τῆς πρώτης συνομιλίας μὲ τὸν Ε. Βενιζέλον.