Εὑρεθεὶς εἰς τὰ Χανιὰ κατέθεσε τὸ ἀξίωμά του, τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κόμματός του καὶ ἀπεχαιρέτισε τοὺς φίλους του μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
«Ἐπροτάξατε τὰ στήθη σας ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἰδεῶν, μὲ θυσίαν τῆς ζωῆς, τῆς περιουσίας καὶ αὐτῆς τῆς πατριωτικῆς σας τιμῆς. Ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα συναντήσω συντρόφους ἀνταξίους ὑμῶν, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἐπιτύχῃ καὶ θὰ φέρω εἰς πέρας τὸ ἔργον, δι’ ὃ ἐκλήθην».
Τοὺς εὑρῆκε τοὺς συντρόφους αὐτοὺς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπρόταξαν πάλιν τὰ στήθη των, διότι αἱ ἰδέαι ποὺ ὑπερήσπισεν ἐκεῖ κάτω ἦσαν αἱ ἴδιαι ποὺ ἐκαλεῖτο νὰ στερεώσῃ ἐδῶ.
Μετὰ δύο ἡμέρας, ἔφευγε. Τὰ Χανιὰ καὶ πλήθη ἀπὸ τὴν ἄλλην νῆσον τὸν συνώδευσαν εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁπλαρχηγοὶ μὲ οὐλὰς τουρκικῶν σφαιρῶν· παραστάται ἀγώνων εἰς τὰς λαϊκὰς συνελεύσεις· πολεμισταὶ τοῦ Θερίσου· σύντροφοι τῆς φυλακῆς· συμμαχηταὶ τοῦ Ἀκρωτηρίου, ἠσπάζοντο μὲ δάκρυα τὸν «ἀρχηγόν». Δάκρυα ὑπερηφανείας καὶ θλίψεως. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπόρεσε νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ. Οἱ Κρητικοὶ τῆς ἔστελλαν αὐτὸν ποὺ θὰ ἐλευθέρωνε τὸν Ἑλληνισμὸν ὅλον.
Ὁ ἀπόδημος ἐκύτταζε τὰς γνωρίμους ἀκτὰς νὰ χάνωνται εἰς τὸν ὁρίζοντα. Τὸ κρητικὸν τοπεῖον, σκοπιὰ τριῶν ἠπείρων, εἶνε ἀπὸ τὰ ὡραιότερα τῆς οἰκουμένης.
Τὴν γῆν αὐτήν, ἀτίμητον κόσμημα καὶ κραταιὸν προμαχῶνα τοῦ νοτίου Ἑλληνισμοῦ τὴν ἠγάπησεν ὁ σημερινὸς ταξειδιώτης, ὅπως τίποτε ἄλλο εἰς τὸν κόσμον. Τοὺς σκιρτημοὺς τῆς νεότητος, τοὺς καϋμούς, τοὺς ἔρωτας, τὰ πένθη, τῂς χαρές, τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς, τὴν ζωήν του ὅλην τὴν ἔκλειε μέσα του τὸ νησί, ποὺ ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸ περίδακρυ βλέμμα. Ἀλλὰ καὶ σπανίως τόπος ἐλάτρευε τέκνον του, καθὼς ἡ Κρήτη τὸν Βενιζέλον. Εἰς ζωὴν καὶ μέχρι θανάτου ἐστάθη πάντα δίπλα του. Πῶς τὴν ἄφηνε τώρα; Τὴν ἀπόκρισιν θὰ τὴν ἔδιδεν αὔριον, ἐντὸς τῆς ἀπαραμίλλου ὀπτασίας τῆς Ἀττικῆς.
Αὐτὴν τὴν πικρὰν στιγμὴν δὲν ἔβλεπεν ἄλλο, δὲν ἐσκέπτετο τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πολυφίλητον παραλίαν, ποὺ ἔσβυνεν ἐκεῖ πέραν, μεταξὺ πελάγους καὶ οὐρανοῦ.
Τὸν ἀνέμεναν ὡς παράκλητον. Ἦλθεν ὡς πρῶτος μεταξὺ ἴσων. Τὴν 5ην Σεπτεμβρίου 1910, ὁ Βενιζέλος ἐξεφώνει τὸν πρῶτον πρὸς ἐλευθέρους Νεοέλληνας λόγον ἀπὸ τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἠχὼ ἔφθανεν εἰς τὰς πύλας τῶν ἀνακτόρων.
Τί διετήρησεν ἡ μνήμη τῶν ἀνθρώπων;
Τὸν διάλογον. Τὴν βοὴν τοῦ πλήθους καὶ τὴν ἄρνησιν τοῦ ρήτορος. Τὴν κραυγήν. Τὴν προσταγήν:
Ὁ Βενιζέλος: «Οἱ ἐκλογεῖς ἐκλήθησαν πρὸς συγκρότησιν διπλῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς»…
Ὁ λαός: «Συντακτικὴ θέλουμε, συντακτική»…
Ὁ Βενιζέλος: «Ἐπαναλαμβάνω: Διπλῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς!»