ἀναδειχθέντα ἐξ αὐτῆς καὶ δι’ αὐτῆς. Ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ Θεοτόκη ἠρνήθη μὲ τὸ πτωχὸν νομολογικὸν ἐπιχείρημα:
«Δὲν ὑπάρχουν ἀνεξάρτητοι καὶ ἐξηρτημέναι λαϊκαὶ τάξεις.»
Ἡ ἀπάντησις ἦλθεν ἀποστομώνουσα. Ἀκριβῶς εἰς τὰς Πάτρας ἐξελέγησαν μέχρις ἑνὸς οἱ ἀντιπαλαιοκομματικοί. Ὁ συνδυασμός των δὲν ἦτο πλήρης. Ἐπετύγχαναν καὶ οἱ «ὀρφανοί», ἁπλῶς διότι ἐθεωροῦντο ἀνεξάρτητοι.
Εἰς πόλεις, καθὼς ἡ Λάρισα, ἡ Ἄρτα, τὰ Τρίκκαλα, ἡ Κέρκυρα, ἡ Καρδίτσα, ὅπου ὁ ἀγὼν τῶν ἀστῶν συνεμάχει μὲ τὴν προσπάθειαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν, αἱ ἐκλογαὶ εἶχαν χαρακτῆρα συναγερμοῦ.
Ἀληθὲς λαϊκὸν κῦμα ἐκάλυψε τὴν πολιτικὴν ἐπιφάνειαν τῆς χώρας. Ἑκατὸν ἑξῆντα πέντε ὑποψήφιοι τοῦ ἐπαναστατικοῦ προγράμματος ἐξελέγησαν θριαμβευτικῶς. Ἡνωμένα τὰ πέντε παλαιὰ κόμματα ἔφεραν μετὰ κόπου διακοσίους βουλευτάς. Τοὺς ὤφειλαν εἰς τὴν τεχνικὴν ἐκλογικὴν προπαρασκευήν, εἰς τὰ στελέχη καὶ τὰ χρηματικά των μέσα. Οἱ ἐπαναστατικοὶ ἦσαν ἐντελῶς ἀσύντακτοι.
Ὁ Δημήτριος Ράλλης ἀπεκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Γουδί «ἀντάρτας». Ὁ τίτλος ἀνῆκε τώρα εἰς ὁλόκληρα στρώματα λαοῦ.
Ἡ «ἀνταρσία» ἐξέσπασεν εἰς τὴν Βουλήν.
Στέμμα, στρατιωτικὸς σύνδεσμος, κόμματα, εἶχαν περιορίσει τὴν ἀποστολὴν τῶν λαϊκῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος. Ποῖον ἠμποροῦσε νὰ ὑποχρεώσῃ ἡ συμφωνία ἐκείνη; Ὄχι, βέβαια, τοὺς πληρεξουσίους τοῦ ἐπαναστατημένου λαοῦ. Τὰ ἠγνόουν ἐκεῖνοι τὰ συμφωνητικά.
Δὲν ἦλθαν αὐτοὶ ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς ἐπαρχίας διὰ νὰ προσκυνήσουν τοὺς «ἀφέντες». Οὔτε νὰ συνθηκολογήσουν μαζί των. Ἄγνωστοι, ἀτημέλητοι, ἀνήσυχοι, θρέμματα τῶν θεσσαλικῶν κάμπων, τῶν βουνῶν τῆς Ρούμελης, τῆς παραλίας τοῦ Μωρηᾶ, δὲν θὰ ἐχαμήλωναν τὰ κεφάλια ἐμπρὸς εἰς τοὺς χθεσινοὺς κυρίους των. Ἤθελαν νὰ μετρηθοῦν στῆθος πρὸς στῆθος.
Ἔφερναν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων κραυγὴν ἐναντίον δουλείας ὀγδόντα χρονῶν. Τοὺς ἐγνώριζαν καλὰ τοὺς προνομιούχους. Ἐζητοῦσαν τὴν θέσιν των.
Ὁ ὅρκος ποὺ θὰ ἔδιδαν ἐπροκάλεσε τρικυμίαν. Δὲν ὤμνυαν πίστιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν βασιλέα. Ἐσάρωσαν τὸν ἱερέα ποὺ ἐπερίμενε, ἀνέτρεψαν σχεδὸν τὸν προσωρινὸν πρόεδρον, τὸν βαθύγηρον Κατριβάνον, ἐπάλαισαν σῶμα μὲ σῶμα ἐναντίον τῶν ἀναθεωρητικῶν. Τὸ κοινοβούλιον ἔγινεν ἀπὸ συμβατικοῦ συνεδρίου ὁμοτίμων τρικυμιώδης λαϊκὴ συνέλευσις. Ἀτίθασσος ἡ νέα ζωὴ ἔρριπτε κατὰ πρόσωπον τοῦ παρελθόντος τὸν ἐγωϊσμόν του, τὴν ἀνεπάρκειάν του, τὴν ἀδιαφορίαν του πρὸς τὰς κάτω τάξεις.
«Σεῖς οἱ τυχάρπαστοι».
Ἐφώναξε, μὲ τὴν συρίζουσαν προφοράν του εἰς τοὺς συντακτικούς, ὁ Δημήτριος Ράλλης.
Ὁ ὀργίλος ἀττικάρχης ἔβλεπε τοὺς ἀσήμους ἐπαρχιώτας νὰ κάθωνται