Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι δὲν παρουσιάσθη ἀπὸ τὰς τάξεις των κανεὶς οὔτε Κρόμβελ οὔτε Βοναπάρτης. Ἀλλ’ οἱ ἄσημοι ἀνθυπολοχαγοὶ τοῦ Γουδὶ δὲν διεξεδίκουν τόσον ἠχηρὰ ὀνόματα. Ὑπῆρξαν τολμητίαι χωρὶς θόρυβον. Ἦσαν ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦν ἄνευ ἀξιώσεων. Ἀμίλητα καὶ σκληρὰ συνέτριψαν τὴν ὀλιγαρχίαν. Μὲ τὴν ἰδίαν αὐταπάρνησιν ἐστήριξαν τὴν ἀνάβασιν τῶν ἀστῶν καὶ τοὺς ἔδωκαν ὁδηγὸν τὸν Βενιζέλον. Ἂν ὁ τόπος ἀπέκτησεν ἀρχηγόν, ἱκανὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα, χρεωστεῖ κάτι δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς στασιαστὰς τῆς 15ης Αὐγούστου 1909. Ἔκαμαν λάθη πολλά. Ποῖος διέπραξεν ὀλιγώτερα;
Δὲν οἰκοδόμησαν αὐτοὶ τὴν Ἑλλάδα τοῦ Ἕβρου. Μὰ ἡ καρδιές των πάλλουν ἀκόμη εἰς τὰ θεμέλιά της. Δὲν εἰργάσθησαν αὐτοὶ τὴν νεοελληνικὴν ἀναγέννησιν. Ἀλλ’ ὅταν ἐκινδύνευσε νὰ ἐκμηδενισθῇ, ἐπῆγαν μέχρις Οὐκρανίας διὰ νὰ τὴν σώσουν.
Ἐὰν προσπάθεια, καθὼς ἡ ἰδική των, ἀξίζῃ νὰ μνημονεύεται μὲ σέβας καὶ νὰ θεωρῆται ἀφετηρία πρὸς νέους ἀγῶνας, ἂς τὸ εἰποῦν ὅσοι πατήσουν ἔπειτα ἀπὸ ἐκείνους καὶ ὕστερον ἀπὸ ἡμᾶς τὸ χῶμα τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ ἐπανάστασις τῆς 15ης Αὐγούστου 1909 ἐλάμβανε χαρακτῆρα συντηρήσεως. Τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀναπόφευκτον. Τὰ ἄκρα στοιχεῖα ὑπεχώρουν ἐνώπιον τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος τὴν ὁποίαν ἐξέφραζεν ἡ ἐπικράτησις τῶν «ἐλευθέρων ἀστῶν». Μόνον ἐσχάτη ἀνάγκη ὠθεῖ τὴν τάξιν αὐτὴν εἰς μέτρα ριζικά. Οἰκονομικῶς ἑδραιωμένη, προτιμᾷ τοὺς πολιτικοὺς συμβιβασμούς, οἵτινες τῆς ἐξασφαλίζουν τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας ἄνευ ἀνατροπῶν, ἐπιζημίων κατ’ ἀρχὴν διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἡ μέχρι τοῦ 1915 ἀνορθωτικὴ κατάστασις ἐσεβάσθη τὰς βάσεις τοῦ κράτους. Εἰς τὴν ἰδίαν αἰτίαν ὀφείλεται ἡ πρακτικὴ διαλλακτικότης τοῦ Βενιζέλου.
Ἀπόδειξιν τοῦ ἰδίου φαινομένου παρέχουν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 8ης Αὐγούστου 1910. Κατὰ πρώτην φορὰν οἱ ἀστοὶ συνησπίσθησαν ὅπως καθιερώσουν τὴν ἔκπτωσιν τῆς ὀλιγαρχίας. Ἐχρησιμοποίησαν τὸ νόμιμον μέσον τῆς ψήφου διὰ σκοπὸν ἐπαναστατικόν. Ἔμποροι, βιοτέχναι καὶ βιομήχανοι, ναυτικοί, ἐπαγγελματίαι, ἐργάται μετέβαλαν τοὺς συλλόγους των εἰς ὄργανα πολιτικά. Ἵδρυαν καὶ νέους πρὸς ἀνάδειξιν ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆκαν εἰς τὰ παλαιὰ κόμματα. Τὰ καθαρῶς ἀστικὰ κέντρα ἐπροπορεύοντο. Ἡ πρωτεύουσα, ὁ Πειραιεύς, ὁ Βόλος, αἱ Καλάμαι, ἡ Σῦρος, τὸ Ναύπλιον, ὁ Πύργος ἐτέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς κινήσεως. Μετὰ τὰς Ἀθήνας αἱ Πάτραι πρὸ πάντων ἔδειξαν συμπαγῆ ἀστικὴν συνένωσιν. Ὁ σύλλογος «Κέντρον» ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Γούναρην: «νὰ ἔχῃ συνυποψηφίους του ἐκ τῶν ἀνεξαρτήτων λαϊκῶν στρωμάτων». Ὁ Μεσσηνέζης, ὁ Τραμπαδῶρος, ὁ Παπαδημητρίου ἐνόμιζαν ὅτι ἔχουν νὰ κάμουν μὲ πολίτην τῆς ἰδικῆς των τάξεως,