ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ τῆς εὐκαιρίας νὰ μεγαλώσῃ ἡ Ἑλλάς. Τότε συνέβη ἓν ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικώτερα ἐπεισόδια τοῦ Βενιζέλου: Ἕνα βράδυ, ἐνῷ ὁ πατέρας του εἰργάζετο εἰς τὰ ἐμπορικά του βιβλία, ὁ δεκατετραετὴς Ἐλευθέριος ἐχάραξε μὲ μολύβι ἐπάνω εἰς τὸν χάρτην τὰ ὅρια τῆς μεγάλης Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς Αὐλῶνος, διὰ τῆς Ροδόπης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως καὶ Σμύρνης. Ὁ χάρτης τοῦ γυμνασιόπαιδος δὲν διέφερε πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπέτυχε διὰ τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, 42 ἔτη ἔπειτα, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος.
Τὸ ἀπολυτήριον τοῦ γυμνασίου τὸ ἔλαβεν ἀπὸ τὸ δημόσιον γυμνάσιον Σύρου.
Ὁ πατέρας του τὸν ἤθελε ἔμπορον. Ὁ υἱὸς ἐποθοῦσε νὰ μορφωθῇ. Ἔγινε συμβιβασμός. Ὁ Ελευθέριος Βενιζέλος ἐνεγράφη εἰς τὴν νομικὴν σχολὴν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ εἰργάζετο τὸ καλοκαῖρι εἰς τὸ πατρικὸν κατάστημα, μελετῶν καὶ τότε. Τὸ 1886 ἀνηγορεύθη διδάκτωρ τοῦ δικαίου. Μετὰ ἓν ἔτος ἤρχισε δικηγορῶν εἰς τὰ Χανιά. Τὸν πρόσεξαν ἐξ ἀρχῆς λόγῳ τῆς εὐφραδείας του καὶ τῶν νομικῶν του γνώσεων. Τὸ ἴδιον ἔτος μαζὶ μὲ τὸν Κ. Φούμην ἵδρυσε τὴν ἐφημερίδα «Λευκὰ Ὅρη». Εἰς τὰ πρῶτα του ἄρθρα ὑπεστήριξε τὴν ἀνάγκην τῆς συμμαχίας τῶν βαλκανικῶν χριστιανικῶν κρατῶν κατὰ τῆς Τουρκίας. Τὸ 1891 ἐνυμφεύθη ἀπὸ αἴσθημα τὴν Μαρίαν Ελευθερίου, οἰκογενείας τῶν Χανίων καὶ συγχρόνως ἐγίνετο ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς ἑνὸς νέου φιλελευθέρου-ἐθνικόφρονος κόμματος· ὠνομάσθησαν «ξυπόλυτοι» κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς «καραβανάδες», οἱ ὁποῖοι διετήρουν τὴν ἐξουσίαν μὲ παραχωρήσεις. Τὸ 1897 μόλις εἰκοσιπέντε ἐτῶν ἐξελέγη βουλευτῆς εἰς τὴν τοπικὴν συνέλευσιν τῆς νήσου. Μετὰ τῶν Πολογεώργη, Φούμη, Μοάτσου ἀπετέλουν τὴν δεξιάν μετριοπαθῆ πτέρυγα τῶν «ξυπόλυτων». Ὁ πρῶτος του λόγος ἦτο νὰ συνηγορήσῃ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ἀντιπάλου. Ἡ παρθενική του ἀγόρευσις ὑπῆρξε μία πράξις δικαιοσύνης.
Τὸ 1891 οἱ «Καραβανάδες» ἐζήτουν νὰ κηρύξουν ἐπανάστασιν. Ἐπρόκειτο περὶ τεχνάσματος πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας. Οἱ «ξυπόλυτοι» διεφώνησαν καὶ ἐπιτροπὴ ἐκ τούτων, τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, ἥτις ὠνομάσθη «λευκορεῖται», ἦλθον εἰς Ἀθήνας καὶ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν Τρικούπην. Ἡ συνομιλία διεξήχθη κυρίως μεταξὺ Τρικούπη-Βενιζέλου. Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐκαμεν εἰς τὸν νέον Κρητικὸν βαθυτάτην ἐντύπωσιν. Ὅταν ὅμως ἔγινε λόγος διὰ τὰ προνόμια τῆς νήσου καὶ τὴν συμφωνίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Πύλην, ὁ Τρικούπης εἶπε:
«Πράγματι ἡ Τουρκία μὲ ἐξηπάτησε».
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἐλησμόνησε ποτὲ τὴν φράσιν αὐτήν. Μεταξὺ τοῦ 1892 καὶ 1895 ἡ Κρήτη εὑρίσκετο εἰς διαρκῆ ἐξέγερσιν. Οἱ Τοῦρκοι κατεπάτησαν ἀναφανδὸν τὸ αὐτόνομον πολίτευμα καὶ ἔφεραν εἰς τὴν νῆσον Ἀλβανοὺς ἀτάκτους. Ὅλοι οἱ Κρῆτες ἠνώθησαν. Ὁ Βενιζέλος μετέσχεν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς πολιτικὸς καὶ πολεμιστής. Αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις ἐπενέβησαν. Οἱ Τοῦρκοι ἐξεμάνησαν καὶ ἔκαυσαν μίαν συνοικίαν τῶν Χανίων.