Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/6

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.
4
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
Ἡ ἐξέλιξις πρὸς ἵδρυσιν ἑνιαίου ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ σημειώνεται ἀπὸ τέσσαρας κυρίους σταθμούς: Τὴν ἀθηναϊκὴν δημοκρατίαν ἐπὶ Περικλέους, τὴν αὐτοκρατορίαν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τὸ Βυζάντιον καὶ τὸ ἑλληνικὸν κράτος τοῦ 1821.

Οἱ τρεῖς πρῶτοι σχηματισμοὶ διακρίνονται, ὅπως πᾶσαι ἄλλωστε οἱ ὁμόχρονοι προσπάθειαι ἄλλων λαῶν, ἀπὸ τὸ αὐτὸ γνώρισμα: Τὴν ἔλλειψιν συνειδητῆς ἐθνικῆς ἑνότητος.

Ἡ πέραν τοῦ ἄστεως ἀθηναϊκὴ δημοκρατία ἦτο ἀποικιακὴ ἐπικράτεια, τῆς ὁποίας τὸν συνέχοντα δεσμὸν ἀπετέλει ἡ θαλασσία ἰσχὺς καὶ ἡ ἀπαράμιλλος πνευματικὴ λάμψις τῆς μητροπόλεως. Τὸν ἀγῶνα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου πρὸς θεμελίωσιν οἰκουμενικῆς δυνάμεως χαρακτηρίζει ἡ στρατιωτικὴ μεγαλοφυΐα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἡ ἀκτινοβολία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὅστις προσείλκυεν, ὡς πρὸς κέντρον, τοὺς ὑπηκόους λαοὺς τοῦ Μακεδόνος κατακτητοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀνομοιότης τῶν φυλῶν ἦτο τόσον ριζικὴ ὥστε αἱ ἱκανότητες τῶν διαδόχων καὶ ἡ ἠθικὴ ὑπεροχὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπέβησαν ἀνίσχυροι πρὸς συγκράτησιν τοῦ κολοσσιαίου-ἑτεροκλίτου οἰκοδομήματος. Ἐπὶ ἱστορικωτέρων βάσεων ἐγερθεῖσα, ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἐσυνέχισεν ἐπὶ αἰῶνας μακροὺς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ εἰς αὐτὴν ὅμως οἱ ἐθνικοὶ δεσμοὶ ἦσαν χαλαροί, ὅπως διέμειναν ἀσαφῆ καὶ τὰ ὅριά της. Ἐπὶ τῆς ἀπεράντου χώρας συνεχέοντο, χωρὶς νὰ ἀφομοιοῦνται, φυλαὶ καὶ λαοὶ ἑτερογενεῖς τοὺς ὁποίους δὲν συνέδεε πλέον ἡ παρακμάζουσα ἑλληνικὴ σκέψις. Τὴν ἀντικατέστησεν ὁ χριστιανισμός. Καὶ μόνος αὐτός, ἐπὶ μίαν χιλιετηρίδα, ἦτο ἡ δύναμις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐπάλαισεν ἐναντίον τῶν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν διαλυτικῶν ἐπιρροῶν τὸ ἀπὸ τῆς Σικελίας μέχρι τοῦ Εὐφράτου αὐτοκρατορικὸν σῶμα.

Ἡ τουρκοκρατία ἔδρασεν ἀρνητικῶς πρὸς γένεσιν τοῦ νεοελληνικοῦ ἔθνους, ὑπὸ τὴν σύγχρονον ἔννοιαν τοῦ ὅρου. Ἀπόλυτος φυλετικὴ διαφορά, πλήρης ἀνομοιότης γλώσσης, θεμελιώδης διάστασις θρησκείας, καὶ περισσότερον ὅλων, πολιτισμὸς τοῦ κατακτητοῦ κατώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ κατακτηθέντος, ἐσχημάτισαν διὰ τοῦ χρόνου παράγοντας ἀφθάρτους, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθη ἡ ἐθνικὴ συνείδησις τῶν Ἑλλήνων[1]. Ὅταν δὲ ἐπῆλθαν ἐξωτε-
  1. Τὸν ὅρον «ἐθνικὴ συνείδησις» δὲν μεταχειρίζομαι μὲ τὴν συνήθη μυστικιστικὴν διάθεσιν, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος καὶ ἡ συνείδησίς του εἶναι μονάδες ἀνώτεραι, ὑπερφυεῖς καὶ αἰώνιαι, δοθεῖσαι, τρόπον τινά, ἐξ ἐπιφοιτήσεως. Ἀπεναντίας παραδέχομαι τὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία ἁπλοποιεῖ τὰ πράγματα, τοποθετοῦσα τὴν καταγωγὴν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἀτόμων πρὸς κοινὴν πολιτικὴν διαβίωσιν. Ἡ θέλησις αὕτη ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὴν κοινότητα τῶν συνηθειῶν, τῶν ἱστορικῶν παραδόσεων καὶ εἰς τὴν ἀνάμνησιν κοινῶν ἀγώνων. Ἡ ταυτότης τῆς γλώσσης, τῆς θρησκείας καὶ τῆς φυλετικῆς καταγωγῆς ἔχουν δευτερεύουσαν σημασίαν διότι συρρέουν πρὸς καταρτισμὸν ἑνὸς ἔθνους χωρὶς νὰ προσδιορίζουν τὴν ὑπόστασίν του, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν θέλησιν.