οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπέβαλλαν τὰ συμφέροντά του καὶ θὰ μετέτρεπαν εἰς ἐνεργείας τὰς ἀργούσας λαϊκὰς δυνάμεις.
Τὴν 28ην Δεκεμβρίου ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θερμοτέραν καρδίαν καὶ τὸν διαυγέστερον ἐγκέφαλον ἐξ ὅσων διέθετε κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ Ἑλληνισμός.
ΒΙΟΓΡΑΦΗΜΑ
Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος κατάγεται ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Κρεββατᾶ τῆς Σπάρτης. Περὶ τὸ 1770, οἱ Κρεββατάδες ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀρλώφ. Δύο ἐξ αὐτῶν ἐσφάγησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ Μπενιζέλος Κρεββατᾶς διέφυγε πρὸς τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρὰν καὶ ἐκεῖθεν μὲ πλοιάριον διεσώθη εἰς Χανιὰ τῆς Κρήτης, ὅπου ἐγκατεστάθη. Οἱ ἐγχώριοι τὸν ἀπεκάλουν συντόμως Μπενιζέλον, τοὺς δὲ υἱούς του Μπενιζελάκια. Ὅπως συμβαίνει συχνά, τὸ βαπτιστικὸν ὄνομα τοῦ πατρὸς ἔμεινεν οἰκογενειακὸν εἰς τὰ τέκνα του. Ὁ ἐξ αὐτῶν Πέτρος Μπενιζέλος ἀπέκτησε πέντε υἱούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Κυριάκον, γεννηθέντα τὸ 1810 εἰς Χανιά. Οἱ Βενιζέλοι ἐπολέμησαν, ἐναντίον τῶν Τούρκων, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχεν ἡ Κρήτη. Τρεῖς ἐξ αὐτῶν ἔπεσαν. Τέταρτος ὁ Χατζηνικολὸς Μπενιζέλος ἐστάλη εἰς Ἑλλάδα διὰ νὰ συννεννοηθῇ μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἀγῶνος. Ὁ Κυριάκος Βενιζέλος, ἔφηφος μόλις, μετέβη ἐπίσης εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Ἐπολέμησεν εἰς τὴν Μονεμβασίαν μὲ τὸ κρητικὸν σῶμα τοῦ Κουμῆ. Ἔπειτα ὑπηρέτησεν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κυβερνήτου Καποδίστρια. Ὡς ἀγωνιστὴς ἀπέκτησε τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἔγινε δημότης Ἀργείων καὶ ἔλαβε παραχωρητήριον ἐθνικῶν γαιῶν εἰς Μονεμβασίαν. Ἐπανελθὼν εἰς τὴν Κρήτην ἤνοιξεν ἐμπορικόν κατάστημα. Μετέσχεν ὅμως μιᾶς τοπικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐξωρίσθη ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ἔφυγε μὲ τὴν νεαράν του οἰκογένειαν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀγαπήσει καὶ νυμφευθῆ μίαν ὡραιοτάτην Κρητικοπούλαν. Ἔμεινε δεκαεννέα ἔτη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐργαζόμενος κυρίως ὡς δημόσιος ὑπάλληλος. Διωρίσθη ὑγειονόμος Μεσολογγίου καὶ ἐχρημάτισεν ἔπαρχος Μεγάρων. Τὸ 1851 κατώρθωσε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ Χανιά. Ἦτο πολύ ἐγγράμματος, ἰταλομαθὴς καὶ ἐσυνέχισε τὸ ἐμπόριόν του. Ἐκ τοῦ Κυριάκου Βενιζέλου καὶ τῆς Στυλιανῆς τὸ γένος Χάλη ἐκ Θερίσου, ἐγεννήθη τὴν 11ην Αὐγούστου 1864 εἰς Μουρνιὲς τῶν Χανίων ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, πέμπτος ἐκ τῶν ἓξ τέκνων τῆς οἰκογενείας. Ἐπειδὴ τὰ ἀρσενικὰ παιδιὰ τοῦ Κυριάκου Βενιζέλου ἀπέθνησκαν προώρως, ἔφεραν τὸ νεογέννητον, κατ’ ἔθιμον τοπικόν, εἰς γειτονικὸν ἐλαιόφυτον κτῆμα καὶ τὸ ἀπέθεσαν κατὰ γῆς. Τὸ εὑρῆκε, τυχαίως τάχα, ἕνας συγχωριανὸς καὶ ἐφώναξε:
«Εὑρῆκα ἕνα παιδί! Ποιὸς τὸ θέλει;»
Φυσικὰ τὸ ἤθελεν ὁ πατέρας του. Ἔτσι εἰσῆλθεν ὡς «τυχερὸ» εἰς τὸ πατρικὸν σπίτι ὁ Ἐλευθέριος, μὲ τὴν πεποίθησιν τῶν γονέων του ὅτι θὰ ἐμεγάλωνεν ἐν ὑγείᾳ. Ὅπως καὶ ἔγινε.