ἁπλῶς ὅσα οἱ ἄλλοι δὲν ἤθελαν νὰ κυττάξουν. Τὸν κατηγόρησαν δι’ αὐτὸ ὡς ριψοκίνδυνον καὶ αὐταρχικόν. Ἡ τόλμη εἶναι μορφὴ τῆς συνετῆς αὐτοπεποιθήσεώς του. Ἡ αὐταχικότης ἀποτελεῖ πλευρὰν τῆς πρωτοτύπου αὐτοῦ προσωπικότητος. Ἔχει τὸ θάρρος τῆς σκέψεως, ἡ ὁποία δὲν σταματᾷ. Γενναῖοι ἄνθρωποι εἶναι πολλοί. Οἱ ἀτρόμητοι τὸ πνεῦμα παρουσιάζονται σπανίως.
Πρὶν ἀπὸ αὐτόν, οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος μετεχειρίζοντο τὸν λαὸν πότε ὡς σκαλοπάτι καὶ πότε ὡς ἀσπίδα. Μόνος αὐτός, μετὰ τὸν Τρικούπην, τὸν ἔκαμε σκοπόν, χωρὶς νὰ γίνῃ ὄργανον ὁ ἴδιος. Διότι δεν παραγνωρίζει τὴν δύναμιν τῆς ὁμάδος, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀναγορεύει δόγμα. Πιστεύει ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη μονὰς ἔχει αὐτοτέλειαν καί, ὑπὸ προϋποθέσεις ὡρισμένας, ἐπηρεάζει τὸ σύνολον.
Ὁ Βενιζέλος ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸν λαόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ ὡς ἀρχηγός του.
Τὸ κύριον μέσον τῆς ἐπιβολῆς του εἶναι ἡ ἄνευ ἐκτροπῆς προσήλωσις εἰς ὅ,τι ὁ Ράνκε ονομάζει:
«Ἡ πραγματικότης τοῦ πνεύματος».
Οὐδέποτε ὁ Βενιζέλος ἐτοποθέτησεν υψηλότερά της αἴσθημα, θεωρίαν ἢ πεποίθησιν οἱανδήποτε. Ἐντὸς αὐτῆς μεταμορφώνεται εἰς τὴν ἀνωτάτην τῶν ἀνθρωπίνων ιδιοτήτων ἡ τόσον χαρακτηριστική, ἀλλὰ καὶ ἀμφισβητήσιμος νεοελληνικὴ εὐφυΐα.
Ὁ πολιτικός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάμνησις θὰ εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ δύο ἑλληνικοὺς αἰῶνας, δὲν ὑπῆρξε τέλειος. Οὐδέποτε τὸ ἰσχυρίσθη ὁ ἴδιος. Τοῦ ἤρεσε νὰ ἐπαναλαμβάνῃ μὲ κάποιαν παραλλαγήν, τὴν φράσιν τοῦ Γεωργίου Κλεμανσώ:
«Ἔχω κάμει σφάλματα. Τὰ μεγαλείτερα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνος ἐγὼ γνωρίζω!»
Ὅταν ὁ Βενιζέλος ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦτο θαυμάσια ἑτοιμασμένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Κληρονομικότης, ἀνατροφή, προσωπικὴ διάθεσις καὶ πεῖρα, περιστάσεις, ὅλα τὸν προώριζαν εἰς τοῦτο.
Διέθετε τὴν αὐτὴν ὡριμότητα καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν πρόβλημα; Πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, ὁ Βενιζέλος δὲν ἔβλεπε τὴν κοινωνικὴν μεταβολὴν τοῦ τόπου μὲ δογματικότητα καὶ ὑπὸ τὸ θεωρητικόν σχῆμα τὸ ὁποῖον τῆς δίδεται εὐκόλως ἐκ τῶν ὑστέρων. Τὴν οἰκονομικήν, τὴν ὀργανικὴν ἀντίθεσιν τῶν κοινωνικών στρωμάτων, τὴν ἔκρινεν ὡς πολιτικὸν φαινόμενον. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπέφευγε τὰς ριζικὰς λύσεις.
Τὴν μεταβολὴν ὅμως ἐκείνην τὴν ἐζοῦσεν. Ἤρχετο κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τοὺς «ἐλευθέρους ἀστοὺς» καὶ ἀνέβαινε μαζί των. Εἶχε τὸ κάπως σκοτεινόν, ἀλλὰ βαθὺ αἴσθημα ὅτι ἡ τάξις αὐτή, ἡ ὥριμος εἰς τὴν ἄλλην Εὐρώπην, ἦτο νέα, ἀκούραστος, γεμάτη ἀκμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τῆς ἔμενε πιστός, ὅπως τὸ παιδὶ εἰς τὴν μητέρα. Ἡ ἐμπιστοσύνη του πρὸς αὐτὴν συνεχέετο μὲ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν του. Ἀγωνιζόμενος, ἄνευ ἀθυμίας, ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια, ἤξευρε καλὰ τί ἦτο ἄξιος νὰ δώσῃ ὁ λαός. Ἀρκεῖ νὰ εὕρισκεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μετέφραζαν τὰ αἰσθήματά του εἰς πράξεις,