«Προτιμῶ νὰ καῶ, γνώμη δὲν ἀλλάζω», τοὺς ἐπανέλαβεν ὁ Βενιζέλος, ἐνῷ αἱ φλόγες ἔλειχαν τοὺς τοίχους.
Οἱ Κρητικοὶ ἐκατάλαβαν ὅτι ὁ Βενιζέλος δὲν ὑπεχώρει μὲ τίποτε. Ἔσκυψαν τὰ κεφάλια πρὸ τοῦ ἀδαμάστου συμπατριώτου των καὶ τὸν ἀφῆκαν να περάσῃ.
Ἡ πίστις τοῦ Βενιζέλου, ἡ ἀφοβία του ἐνώπιον τῆς δράσεως, ἀνήκει εἰς τὰς αἰτίας τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἤρχισε τὸ 1910 καὶ ἐκορυφώθη μὲ τὴν συνθήκην τῶν Σεβρῶν.
Ἡ ἰδία ὅμως πίστις εἶνε ἀρνητικῶς μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος, κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον.
Πράγματι. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθήσουν μέχρι τέλους τὸν ἀθλητὴν αὐτὸν τῆς δρώσης αἰσιοδοξίας, ἄνθρωποι ξένοι ἀπὸ τὴν νέαν ἑλληνικὴν ζωὴν καὶ ἔχοντες ὡς δόγμα τὴν ἀπρακτοῦσαν ἀμφιβολίαν; Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ, συγκεντρώνων τὰς κρίσεις τῆς τάξεώς του περὶ τοῦ Κρητὸς ἀρχηγοῦ, εἶπε:
«Ὁ Βενιζέλος εἶναι διάβολος!»
Ἀνακραυγὴ χαρακτηριστική. Καθώς παρατηρεῖ εἰς τὴν μονογραφίαν του περὶ Ναπολέοντος καὶ Γκαῖτε ὁ Γερμανὸς Γουσταῦος Στρέζεμαν, ἀπεδόθησαν σατανικαὶ ἰδιότητες εἰς ὅλους τοὺς ἀνωτέρους καὶ δημιουργικοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας.
Τὸ ἑλληνικὸν Στέμμα, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης, ὁ Ζαΐμης, ὁ Στέφανος Δραγούμης, ὁ Σκουλούδης, ὁ Γούναρης, ὁλόκληρον τὸ ὀλιγαρχικὸν σύστημα, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπαναλάβουν, τὸ 1909, ὅ,τι εἶπεν ὁ Ρενὰν διὰ τὴν Γαλλίαν του 1870:
«Ἡ Ἑλλὰς ψυχορραγεῖ. Μὴ ταράσσετε τὴν ἀγωνίαν της».
Θὰ ἠνείχοντο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διαρκῶς τὸν Κρῆτα, ὅστις ἦτο κάμινος πίστεως πρὸς τὴν ζωτικότητα τοῦ Νεοέλληνος καὶ τὴν ἀκμὴν τοῦ ἔθνους; Ἠμποροῦσαν νὰ ξεχωρίσουν ὅ,τι ἔθεώρουν μανιακὸν πεῖσμα ἀπὸ τὴν καθαρὰν πίστιν, τὴν ὁποίαν ὑπηρέτει ὁ αὐτόχρημα μεγαλοφυὴς νοῦς τοῦ Βενιζέλου; Ὁ Θεοτόκης μὲ τὴν κερκυραϊκήν του θυμοσοφίαν, εἰρωνεύθη τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Γουδὶ ὅτι δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν ἐπαναστάσεις. Ἰδοὺ κάποιος ὅστις ἤρχετο ἐπίτηδες διὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ. Δὲν θὰ τὸν κατηγόρει αὐτὸν ὅτι ἠγνόει τὸ ἐπάγγελμά του. Ὁ Βενιζέλος ἔφερεν ἀπὸ τὴν Κρήτην τὴν πεῖραν πολλῶν ἐπαναστάσεων. Τώρα θὰ ἔδειχνεν ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ τελειώσῃ καὶ ἐκείνας ποὺ ἤρχισαν ἄλλοι.
Ἡ λαϊκὴ φαντασία τὸν ὑπέθετε θαυματουργόν. Ἠδύνατο τὰ πάντα. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐξηνάγκαζεν ἕνα πανίσχυρον ἡγεμόνα, υἱὸν τοῦ βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ πρωτεξάδελφον τοῦ τσάρου τῆς Ρωσσίας, νὰ φύγῃ μεσάνυχτα ἐξ ἐρήμου παραλίας τῆς Χαλέπας…
Ὁ Βενιζέλος ἦτο ἀνώτερος τῆς λαϊκῆς ἐλπίδος.
Ἠμποροῦσε ὄχι μόνον νὰ συλλάβῃ, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα οὐδεὶς πρὸ αὐτοῦ ἀπετόλμησε. Καὶ ὅμως δὲν ἐφεύρισκε τίποτε. Ἔβλεπεν