Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/54

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
48
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
00

Ἦτο ὁ ἄνθρωπος, ὁ σφυροκοπηθεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ πένθη τῆς τυραννουμένης, ἀλλ’ ἀδουλώτου ἐπαρχίας. Ἔβλεπε, χρόνια καὶ χρόνια, τὴν πολιὰν κεφαλὴν τοῦ πατέρα του νὰ σύρεται ἀπὸ τὴν φυλακὴν εἰς τὴν ἐξορίαν, χωρὶς ποτέ της νὰ σκύψῃ. Ὅλη του ἡ παιδικὴ ηλικία ἐπέρασεν εἰς τὴν πίκραν τῆς ξενητειάς. Ἀλλ’ οἱ πρόσφυγες Βενιζέλοι δὲν ἀπέκαμαν οὔτε ὥραν. Ἡ λύτρωσις θὰ ἐρχόταν, θὰ τὴν ἔφερναν. Ἐδῶ εἶνε ἡ πηγὴ τῆς ἀσαλεύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Βενιζέλου πρὸς τὸν ὅμοιόν του Ἕλληνα τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ τῆς αἰσιοδοξίας του, ὡς ὅρου ἐπιτυχίας εἰς τὴν ζωήν. Δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν οὔτε νὰ ἀπογοητευθῇ οἱ Τοῦρκοι.

Ὁ βιογράφος ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀνδρῶν ἐνεργείας, κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶπε:

«Κατείχετο ἀπὸ τὴν τρομερὰν μανίαν τῆς βεβαιότητος!».

Ὁ χαρακτηρισμὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ διὰ τὸν Βενιζέλον. Ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, μία σκυθρωπὴ καὶ ἀπηνὴς ἰδιοσυγκρασία βορεινοῦ ἥρωος δύναται νὰ ἔχῃ ἀναλογίας μὲ τὸν υἱὸν τῆς Μεσημβρίας καὶ τῆς Μεσογείου θαλάσσης, τὸν σύροντα ὀπίσω του τριάντα αἰῶνας πνευματικῆς ὡριμότητος. Ἡ πίστις τοῦ Βενιζέλου δὲν εἶνε τυφλή. Εἶνε ἰσόρροπος, διαφανὴς καὶ πρακτικὴ σοφία. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν περιορίζεται εἰς σκέψιν ἢ λόγια:

Μετὰ τὸ 1897 ἔγινε πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Ἀρμένων, μεταφερθείσης ἔπειτα εἰς Ἀρχάνες. Οἱ βουλευταὶ ἦσαν διῃρημένοι. Οἱ ἐκ τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν ἤθελαν νὰ δηλωθῇ πρὸς τὰς Δυνάμεις ἡ ἄμεσος ἀποδοχὴ τῆς αὐτονομίας.

Ὁ Βενιζέλος ὑπεστήριζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένουν τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἑλληνοτουρκικῆς εἰρήνης. Ἔλεγε τοῦτο:

«Ο πόλεμος καὶ ἡ ἧττα ἔγιναν χάριν τῆς Κρήτης. Θὰ ἦτο ἐσχάτη ἀνανδρία διὰ τοὺς Κρῆτας να φανούν χωριζόμενοι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ὥραν τόσης δυστυχίας».

Οἱ ἀντίθετοι ἦσαν ἀμετάπειστοι. Ὁ τόπος εἶχεν ἐξαντληθῆ. Ἤθελαν νὰ ἡσυχάσουν. Ἡ διαφωνία δὲν ἐλύετο. Ὁ Βενιζέλος ἐπρότεινεν, ὡς μόνην διέξοδον νὰ ἀποχωρήσῃ. Οἱ ἄλλοι θὰ ἐψήφιζαν τὴν ἄμεσον αὐτονομίαν. Οἱ ἀντίπαλοί του ὅμως ἐφοβήθησαν ὅτι, χωρὶς τὸν πρόεδρον, ἡ ἀπόφασίς των θὰ ἐχαρακτηρίζετο ἄκυρος ἀπὸ τὰς δυνάμεις. Ἡ ἰδέα τοὺς ἠρέθισε. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ὁ Βενιζέλος ἀνεχώρησεν ὁδοιπορῶν πρὸς τὰ Χανιὰ καὶ ἐσταμάτησε κάπου νὰ διανυκτερεύσῃ, οἱ ἀντίπαλοί του περιεκύκλωσαν τὸ κατάλυμά του, ἀπαιτοῦντες νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συνέλευσιν.

«Ἀδύνατον», ἀπεκρίθη ὁ Βενιζέλος.

«Ἄλλαξε γνώμη, ἀρχηγέ. Ἂν δὲν γυρίσῃς, θὰ ξαναρχίσῃ πόλεμος. Καὶ δὲν ἀντέχομε».

«Δὲν γυρίζω!»

Ἡ ἔξαψις ἐμεγάλωνε.

«Ἄλλαξε γνώμη ἢ σὲ καῖμε», ἐφώναξαν οἱ ἐξηγριωμένοι πολεμισταί. Οἱ φανατικώτεροι ἐσώρευαν φρύγανα καὶ δεμάτια χόρτου γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι.