«…Ἀθάνατόν τε καὶ ἀγήρω πάθος ἐν ἡμῖν».
πλατων (Εἰς τὸν Παρμενίδην)
Τὸ ψυχρὸν ἐκεῖνο πρωῒ τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1909, ἡ πλατεῖα τῆς Ὁμονοίας ἦτο ἀκόμη ἔρημος. Οἱ ἀραιοὶ διαβάται ἐβιάζοντο. Καὶ χωρὶς αὐτό, κανείς των δὲν ἀνεγνώριζε τὸν ὑψηλόσωμον-αὐστηρὸν ἐπαρχιώτην, ὅστις ἔσπευδε πρὸς τὴν λεωφόρον Πανεπιστημίου. Ἦτο ἄγνωστος εἰς τοὺς Ἀθηναίους ἡ φυσιογνωμία ἐκείνη μὲ τὸ προώρως λευκάζον γένειον καὶ τὰς διόπτρας τοῦ καθηγητοῦ. Καὶ ὅμως, δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, εἶχε περάσει τὸ Αἰγαῖον, ὑπὸ τὴν καταιγίδα τῆς δεκεμβριανῆς νύκτας.
Ὁ βιαστικὸς ταξειδιώτης εἶχε παρελθόν, συγγενεῦον μὲ μῦθον. Τίποτε τὸ κοινῶς ἡρωϊκόν. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς του ὁμιλοῦσαν, ὁμιλοῦσαν… Ἡ ἰδική του ζωὴ ἦτο σειρὰ πράξεων.
Τὸν ἐθεωροῦσαν δικηγόρον, πολιτικόν, διπλωμάτην.
Ὅταν ἔπαυσαν οἱ κρητικοὶ ἀγῶνες, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς πατριώτας του εἶχαν λησμονήσει τὸν στρατιώτην τοῦ Ἀκρωτηρίου. Ἔβλεπαν τὸν νέον ἀκόμη σύμβουλον τοῦ πρίγκηπος νὰ φεύγῃ τελευταῖος, μεσημέρι-βράδυ, ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἔσκυβε τὸ κεφάλι καί, περιπατῶν, ἐκινοῦσε μηχανικὰ εἰς τὰ δάκτυλα τὸ μολυβδοκόνδυλο. Ἐφαίνετο ὅτι ὁ νομομαθής, ὁ σοφός, εἶχε διὰ παντὸς ἀντικαταστήσει τὸν ἀγωνιστήν.
Ὅμως ὁ Βενιζέλος ἔμενεν ὅ,τι ἦτο: Πολεμιστής. Ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ἐμάχετο. Τὸ πρῶτον διπλωματικόν του ἔγγραφον τὸ συνέταξε σκυμμένος ἐπάνω εἰς ἕνα κιβώτιον φυσιγγίων, τριακόσια μέτρα ἀπὸ τὰς τουρκικὰς γραμμάς. Τὰ νομικά, ἡ βουλευτεία, ὁ λόγος ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὰς ὥρας τῆς ἀνακωχῆς. Ἐναντίον τοῦ Τούρκου, ἐνώπιον τῶν διεθνῶν ἀγημάτων, κατὰ τοῦ δυνάστου πρίγκηπος Γεωργίου, ἐσήκωνε τὸ ὅπλον. Ἄλλως τὸ δίκαιον μεταβάλλεται εἰς ἐπαίτην πρὸ τῆς βίας. Ἡ ἐλευθερία δὲν ζητιανεύεται μὲ λέξεις. Κατακτᾶται μὲ αἷμα. Ἰδοὺ τί τοῦ ἔμαθε ἡ σχολὴ πολεμικῆς ἀρετῆς, ἥτις ὠνομάζετο Κρήτη. Ἦτο σύγχρονος ἀρματωλὸς ὁ ἀγνοημένος ταξειδιώτης, ὁ διασχίζων τοὺς ἀθηναϊκοὺς δρόμους, κατὰ τὴν παγερὰν ἐκείνην αὐγὴν τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ 1909. Ὁ Κολοκοτρώνης δὲν θὰ τὸν ἀπεκάλει «καλαμαρᾶν». Ὁ Μαυροκορδᾶτος θὰ τὸν ἐθεώρει ὁμότιμόν του.
Ὁ Βενιζέλος ἔφερε μαζί του κάτι πολυτιμότερον ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν φήμην. Ἦτο ἡ ἐσωτερική του ζωή, ἡ σχηματισθεῖσα εἰς ἡμέρας μονώσεως, ταλαιπωρίας, σκληρῶν προσπαθειῶν διὰ τὴν κοινωνικήν του ἐπικράτησιν.