Ὑπάρχουν οἱ πιστεύοντες ὅτι ὡρισμέναι ἐποχαὶ ἔχουν μεταφυσικὰς ἰδιότητας, οἱ ὁποῖαι τὰς καθιστοῦν πλουσίας εἰς γεγονότα ἀποφασιστικὰ διὰ τὸν βίον τῶν ἀνθρωπίνων ὁμάδων. Ἀναλόγως τοῦ εἴδους τῶν θεωριῶν, αἱ μοιραῖαι ἐποχαὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ ἱστορικοῦ ρυθμοῦ εἶναι χιλιετηρίδες, αἰῶνες ἢ γενεαί.
Ἀναλαβὼν τὸ δύσκολον ἔργον τῆς ἀφηγήσεως τῶν συμβάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ ἔτη 1910–1920, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ὅτι δὲν παραδέχομαι τὴν ἀναγκαιότητα τῶν ἱστορικῶν νόμων. Καί, γενικῶς, δὲν ὁδηγοῦμαι ἀπὸ ἓν μόνον σύστημα, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποία ὀνομάζονται ὑλιστική, ἰδεαλιστική, ἡρωϊκὴ κλπ. ἐξήγησις τῆς ἱστορίας. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἑκάστη τῶν μεθόδων τούτων ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐκ περιτροπῆς πρὸς κατανόησιν τῶν ἀθροιστικῶν φαινομένων· ἀρνοῦμαι ὅμως τὴν μονοπώλησιν τῆς ἀληθείας ὑπὸ μιᾶς ἐξ αὐτῶν. Ὁ ἱστορικὸς ἰδίως ὑλισμὸς εἶναι μεγάλη θεωρία ἄνευ τῆς ὁποίας καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἀρτία ἑρμηνεία τῶν συγχρόνων ὁμαδικῶν φαινομένων, ἀλλὰ τὴν ἱστορίαν ἐννοῶ ὡς ἐπιλογὴν καὶ ὡς σύνθεσιν πρὸς ἀναπαράστασιν τοῦ παρελθόντος. Ὅπως δὲ ἡ σήμερον εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποταχθῇ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς δόγματα ἢ κανόνας, τὸ ἴδιον ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὴν χθές. Ἡ ζωὴ καὶ συνεπῶς ἡ ἱστόρησις αὐτῆς δὲν περικλείονται εἰς γεωμετρικὰ σχήματα. Ὡς ἐκ τούτου, χωρὶς νὰ παραιτῶ ὡρισμένας ἰδέας, μὲ τὰς ὁποίας, ἀντιλαμβάνομαι τὰ γεγονότα, δὲν ἀνάγω τὰς ἰδέας αὐτὰς εἰς ἄκαμπτον «πειθαρχίαν». Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο αὐθαίρετον καὶ θὰ ἔφερεν εἰς δημιουργίαν πίστεως, χρησίμου εἰς τὴν πολιτικήν, ἀλλ’ ἀκαταλλήλου διὰ τὴν ἱστορίαν. Ἀπὸ αὐτὴν ἐμπνεόμενος τὴν ἀρχήν, δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐνώπιόν μας δεκαετία ἦτο ἐξάπαντος προωρισμένη διὰ τὴν παραγωγὴν ἐξαιρετικῶν φαινομένων. Αἱ ὑφιστάμεναι ἔκτοτε συνθῆκαι, αἱ συμπτώσεις καὶ ἡ θέλησις τῶν ἀνθρώπων ἔκαμαν τὴν ὑπὸ μελέτην περίοδον γόνιμον εἰς ἀξιοσημείωτα περιστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπηρεάζουν ἐπὶ μακρὸν τὸν κοινὸν βίον τῶν Ἑλλήνων. Ἀληθῶς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κρισιμότητος, ἡ δευτέρα δεκαετία τοῦ εἰκοστοῦ ἑλληνικοῦ αἰῶνος μόνον πρὸς τὰ ἔτη 1820–1830 δύναται νὰ παραλληλισθῇ. Τότε ἐδημιουργήθη στενόχωρος ἀλλὰ φλεγομένη ἐκ ζωτικότητος ἑστία ἐλευθέρας ἐθνότητος. Κατὰ τὸ 1910–1920 ἐπραγματοποιήθη γεγονὸς ἴσης σημασίας: Πρώτην δηλαδὴ φορὰν κατὰ τὴν διαδρομὴν τῆς τρισχιλιετοῦς ἱστορίας μας — διὰ νὰ μὴ μνημονεύσω τὰς τριάντα ἑκατονταετίας τῆς ἑλληνικῆς προϊστορίας —συνεκροτήθη ἐθνικὸν σῶμα ἀπολύτως ἀνεξάρτητον, ὁμογενές, ἐντὸς ὁρίων τοιαύτης εὐρύτητος καὶ ἐπὶ ἀλύτου ἐδαφικῆς συνεχείας, ὅπως τὸ ἑλληνικὸν κράτος τῶν ἡμερῶν μας.