συνείδησιν τῆς ἀστικῆς των ἰδιότητος. Τὸ Γουδὶ τοὺς ἔδιδε τὴν ὑλικὴν δύναμιν πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν βλέψεών των. Μόνοι των δὲν θὰ ἐτόλμων. Μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπὶ κεφαλῆς ἐπροχώρησαν ἀσφαλῶς. Οἱ πρόεδροι τῶν λαϊκῶν σωματείων ἐφοβοῦντο εἰς τόσον βαθμὸν τὴν ὀλιγαρχικὴν τρομοκρατίαν, ὥστε ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος ἐξέδωκε τὴν ἑπομένην διαταγὴν πρὸς τὰ μέλη του:
«Κατὰ τὸ συλλαλητήριον τοῦ λαοῦ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατὰ τὴν προσεχὴ Δευτέραν μ.μ. ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ συνδέσμου, τὰ μὴ ἔχοντα ὑπηρεσίαν, φέροντα τὴν στρατιωτικὴν στολὴν καὶ τὰ περίστροφά των, θέλουν τηρῆ θέσεις καθ’ ὁμάδας ἐκ 3–4 ἀξιωματικῶν, μακρὰν τοῦ συλλαλητηρίου, ἐπιβλέποντα ὅπως μὴ προκληθῇ ἐκ μέρους ἀντιδραστικῶν πολιτῶν σύγκρουσις ἢ ἀπόπειρα ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ διαδηλοῦντος τὰ φρονήματά του λαοῦ. Θέλουν προλαμβάνει ἠπίως τοιαύτας τυχὸν ἀποπείρας, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ δὲν θέλουν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν διστάσει νὰ πατάξουν ἀμειλίκτως πᾶσαν ἀπόπειραν διαταράξεως τοῦ συλλαλητηρίου. Πρέπει νὰ πεισθῇ πᾶς ὁ τολμήσων νὰ διαταράξῃ τὸν λαὸν ἐκδηλοῦντα νομοταγῶς τὸ φρόνημά του ὅτι θὰ πέσῃ νεκρὸς ἐν αὐτῇ ἐκείνῃ τῇ θέσει, ἐν ᾗ ἐτόλμησε νὰ φαντασθῇ ἀντίδρασιν ἰδιοτελῆ εἰς τὰ ἱερὰ τοῦ λαοῦ φρονήματα. Ἀθήνησι τῇ 10 Σεπτεμβρίου 1909».
(ὑπογρ.) Ν. Ζορμπᾶς.
Τὸ ἔγγραφον εἶναι ἐκ τῶν σπουδαίων πράξεων τῆς τελευταίας έλληνικῆς ἑκατονταετίας. Ἀποκαλύπτει καθαρὰ τὴν σχέσιν τοῦ λαοῦ μὲ τὸν στρατόν. Ὁ δεύτερος εἶναι ἁπλῆ ἔνοπλος ἔκφρασις τοῦ πρώτου καὶ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀκόμη σχέσεις.
Πρὸ ὀλίγων μηνῶν, οἱ ἴδιοι ἔμποροι, βιοτέχναι καὶ ἐπαγγελματίαι τῶν Ἀθηνῶν, ἐποδοπατοῦντο εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν κάτω ἀπὸ τὰς ὁπλᾶς τῶν ἀλόγων. Σήμερον ἦσαν κύριοι τῆς πλατείας τῶν Ἀνακτόρων. Πολυάριθμοι ὅμως ὅμιλοι ἀποκλειστικῶς ἐκ κατωτέρων ἀξιωματικῶν ἐπετήρουν τὸ συλλαλητήριον μὲ τὰ περίστροφα εἰς τὸ πλευρόν.
Μ’ ὅλον τοῦτο οἱ διαδηλωταὶ δὲν ἔδειξαν τὴν αὐστηρὴν ἀποφασιστικότητα τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκέρδισαν τὴν ἐλευθερίαν μὲ τὸ αἷμα των. Τὸ ψήφισμα ἦτο σαφῶς ἐπαναστατικόν, ἀφοῦ ἔλεγε:
«Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συνῆλθεν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον διότι βλέπει ὅτι τὰ ἔννομα συμφέροντά του ἐθυσιάσθησαν ὑπὸ τὸ εὐπρόσωπον κάλυμμα ἐλευθέρου πολιτεύματος, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποί του μετεβλήθησαν εἰς ἰδιοτελῆ ὀλιγαρχίαν».
Αἱ λαϊκαὶ ἀξιώσεις ἐσήμαιναν κοινωνικὴν ἐπανάστασιν διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Τὸ συλλαλητήριον ἐζήτει:
«1) Ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, 2) προστασίαν τῆς παραγωγῆς, 3) μεταβολὴν τῶν ὑπαλλήλων εἰς ὑπηρέτας τοῦ λαοῦ, 4) βελτίωσιν τῆς τύχης τοῦ ἐργάτου, δουλεύοντος τὴν χειρίστην τῶν δουλειῶν εἰς τὸ κεφάλαιον, 5) χαρακτηρισμὸν τῆς τοκογλυφίας ὡς ποινικοῦ ἀδικήματος».
Ἀλλ’ ὅταν ὁ πρόεδρος τῶν συντεχνιῶν Παπαφώτης ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως ἐλησμόνησεν ὅτι αὐτὸς παρίστανε τὴν μεγαλειότητα τοῦ λαοῦ.