ἀρχηγὸν τοῦ συνδέσμου Ζορμπᾶν. Προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν διὰ τὴν ματαίωσιν ἢ τὴν ἀναβολὴν τοῦ κινήματος. Ἡ κυβέρνησις ἐδέχετο τὰς ἀξιώσεις τοῦ στρατοῦ. Ἐκ παρεξηγήσεως ἀπέπεμψεν ὁ πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἡ μεσολάβησις ἔφθανεν ἀργά. Ὁ Φικιώρης ἐπερίμενεν ἐκεῖ καὶ ἡ διαταγὴ τῆς ἐπαναστάσεως εἶχεν ἐκδοθῆ. Ὁ Ζορμπᾶς ἀπήντησε πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς ἀπεσταλμένους:
«Εἶνε ἀδύνατος τώρα ἡ συνεννόησις. Ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος ἤρχισεν ἐκτελῶν τὴν ἀπόφασίν του περὶ δράσεως».
Ἀπὸ τὴν ὁδὸν Μαυρομιχάλη, διὰ τῶν λεωφόρων Ἀκαδημίας–Κηφισιᾶς, ἡ ἅμαξα τοῦ Ζορμπᾶ καὶ τοῦ Φικιώρη ἀνέβαινε πρὸς τὸ Γουδί. Διηυθύνετο εἰς τὸ στρατηγεῖον τῆς ἐπαναστάσεως, ταπεινὸν οἴκημα εἰς μίαν τῶν παρόδων τῆς λεωφόρου Κηφισιᾶς πλησίον τῶν παραπηγμάτων. Αἱ προφυλακαὶ ἔκαμαν τόπον εἰς τὸ σύνθημα: «Ἤπειρος–Κρήτη».
Τὴν ἴδιαν ὥραν, πρὸς τὰς δύο τὸ πρωῒ τῆς 15 Αὐγούστου, εἶχεν ἐκδοθῆ τὸ διάγγελμα τῆς ἐπαναστάσεως καταλῆγον ὡς ἑξῆς:
«Ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος ἀπεκδύεται πάσης εὐθύνης διὰ τὴν δημιουργίαν οἱασδήποτε τυχὸν ἀνωμαλίας, προκληθησομένης εἴτε πρὸς τήρησιν δῆθεν τῆς πειθαρχίας παρ’ ἐκείνων, οἵτινες κατέστρεψαν αὐτὴν ἐκ θεμελίων πρὸ πολλοῦ, εἴτε πρὸς καταδίωξιν τῶν μελῶν τοῦ συνδέσμου ὡς δῆθεν ἐνεργούντων παρὰ τοὺς νόμους, παρ’ ἐκείνων οἵτινες οὐδένα νόμον ἐτήρησαν».
Ἡ ἔκκλησις ἐτελείωνε μὲ θερμὸν χαιρετισμὸν πρὸς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς ἐζήτει τὴν συνδρομήν.
Τὸ ὀλιγαρχικὸν κράτος εἶχε καταλυθῆ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Δὲν ἐδοκίμασε νὰ ἀντισταθῇ σοβαρῶς. Ἐλιποθύμησεν ἀπὸ ἐντροπήν. Ματαίως ὁ πρωθυπουργὸς Ράλλης ἐζήτει νὰ συμβιβασθῇ μὲ τοὺς ἐπαναστάτας, εἰς τοὺς ὁποίους ἔστελλε τὸν δήμαρχον Μερκούρην καὶ τὸν προσωπάρχην τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν Παπούλαν. Ματαίως ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος καὶ ὁ πρίγκηψ Νικόλαος ἔτρεχαν τὴν αὐγὴν εἰς τὸν πατέρα των καὶ τὸν ἱκέτευαν νὰ κτυπήσῃ τοὺς στασιαστές. Ματαίως ὁ αὐλικὸὸς συνταγματάρχης Λύσανδρος Μεταξᾶς ἠθέλησε νὰ βαδίσῃ ἐναντίον τοῦ ἐπαναστατικοῦ στρατοπέδου. Ὄπισθέν του ἐκάλπαζαν τέσσαρες ἀξιωματικοὶ καὶ ὀλίγοι ἱππεῖς. Ὁ ἴδιος ἐσώθη χάρις εἰς τὴν παρέμβασιν τοῦ Ζυμβρακάκη. Ἀντιθέτως τὰ συντάγματα Μεσολογγίου, Χαλκίδος, Ναυπλίου, ἦσαν ἕτοιμα νὰ κινηθοῦν κατὰ τῆς πρωτευούσης. Ἄγημα πεζοναυτῶν ὑπὸ τὸν Δαμιανόν, κληθὲν παρὰ τῆς κυβερνήσεως διὰ τὴν τάξιν, ἡνώθη μὲ τὴν ἐπανάστασιν.
Τὸ καθεστὼς δὲν ἀνετράπη. Κατέρρευσε.
Ἀκριβῶς ὁ σοβαρώτερος κίνδυνος τῆς ἐπαναστάσεως προήρχετο ἀπὸ τὴν εὐκολίαν μετὰ τῆς ὁποίας ἐπεβλήθη. Ὁ βασιλεὺς Γεώργιος εἶχε πεῖραν, πονηρίαν καὶ δεξιότητα. Ὅ,τι δὲν ἐπέτυχεν ἀγωνιζόμενος κατὰ μέτωπον, ἐζήτησε νὰ τὸ κάμῃ κινούμενος δι’ ἑλιγμῶν. Τὸ πρόγραμμα τῶν ἀξιωματικῶν περιεῖχεν ὅρους διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Ἕνας ἐξ αὐτῶν ἐνεφανίζετο σχεδὸν ἀπαράδεκτος.