σχύνην τοῦ ἐνενῆντα ἑπτὰ καὶ ἐλησμονήθησαν ἔπειτα εἰς μελαγχολικὰς φρουρὰς μεταξύ Ἄρτας καὶ Ναυπλίου. Κανείς των δὲν ἦτο γνωστός, κανείς των δὲν ἔφερεν ἱστορικὸν ὄνομα, κανείς των σχεδὸν δὲν ἐσύχναζε τὰς κοσμικὰς αἰθούσας τῆς πρωτευούσης. Ἐγνώριζαν ὅμως τὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ μακεδονικὰ βουνά, εὐρίσκοντο εἰς ἀδιάκοπον ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς κληρωτούς, μὲ τὸν λαὸν δηλαδὴ τῆς μικροπολιτείας καὶ τοῦ χωραφιοῦ, εἶχαν αἰσθανθῆ βαθύτατα τὴν σιωπηλὴν ὀργὴν τοῦ πλήθους ἐναντίον ἀσυνειδήτου ὀλιγαρχίας, ἥτις στήριζε τὸ γόνατό της ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος τῆς πατρίδος. Ἐπὶ δώδεκα χρόνια, μετὰ τὴν φυγὴν τῆς Λαρίσης, ἤκουαν ὑποσχέσεις ὑπουργῶν, ὕβρεις πριγκήπων, κούφους βεβαιώσεις διὰ τοῦτο ἢ τὸ ἄλλο. [1]
Δώδεκα πικροὺς χρόνους, ἔζησαν περιφρονημένοι εἰς ἀπόμερες ἐπαρχίες, μὲ πέντε-δέκα δραχμάς τὴν ἡμέραν, διὰ νὰ συντάξουν τὸ ἔνοπλον ἔθνος. Ἔγιναν καὶ ἀντάρται εἰς τὰ τέλματα τῆς Φλώρινας, εἰς τὴς καλαμιὲς τοῦ Βαρδάρη, εἰς τὴς χαράδρες τοῦ Ὀλύμπου διὰ νὰ σταματήσουν τὴν κάθοδον τοῦ Βουλγάρου πρὸς τὸν Ἀλιάκμονα. Ὅλαι αἱ προσπάθειαι, αἱ ἐγκαρτερήσεις, αἱ πικρίαι, ἀπέληγαν μὲ τὴν θρασεῖαν ἀπειλὴν τοῦ Νεοτούρκου:
«Ὅποτε θέλω, παίρνω τὸν καφέ μου στὴν Ἀθήνα!»
Οἱ λοχαγοὶ ἐνόησαν ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα των. Αἱ μᾶζαι ἐστέναζαν καὶ ἀγανακτοῦσαν. Δὲν ἐτολμοῦσαν. Ἐσηκώθησαν αὐτοί, διότι κάθε κίνδυνος ἦτο προτιμότερος ἀπὸ τὸν ἀκατονόμαστον ἐκεῖνον ἐξευτελισμόν. Τὰ πρόσωπά των ἦσαν κόκκινα ὑπὸ τὸ ράπισμα τοῦ Νεοτούρκου. Ἐκατάλαβαν ὅτι εἶχαν χρέος ν’ ἀνέβουν τὴν Μελούνα. Ὁ δρόμος των ἐπερνοῦσε πρῶτα ἀπὸ τὸ Γουδί.
Αὐτὴ εἶναι ἡ 15η Αὐγούστου 1909.
Εἰς τὸ Γουδὶ δὲν ὑπῆρχεν ὑλικὸν ἔμβλημα τυραννίας. Δὲν θὰ ἀνέτρεπαν οἱ ἐπαναστάται νέαν Βαστίλλην ἢ φρούρια Πετροπαυλόβσκι. Οὔτε θεωρίαι, οὔτε ἰδεολογικοὶ σκοποὶ τῶν συγχρόνων κοινωνικῶν κινημάτων. Τὰ πράγματα ἦσαν τόσον ἁπλᾶ δι’ αὐτούς.
Ἐγκατέλειψαν τὴν Ἀθήνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔπνιγεν ἡ δυσωδία. Ἐδῶ, ἐπὶ δεκαετηρίδας, ἤκμαζαν ὕποπτα συμφέροντα καὶ χαμηλὰ πάθη. Οἱ πρωθυπουργοὶ ἦσαν συβαρίται ἢ δημαγωγοί. Ἡ αὐλὴ κατήντησε προαύλιον χρηματιστηρίου. Οἱ βασιλόπαιδες ἐχαριεντίζοντο εἰς τὰ παρασκήνια τοῦ ἐλαφροῦ
- ↑ Τὸν Μάρτιον τοῦ 1909 ἐνῷ ἐγίνοντο ἀσκήσεις ὁ ἴλαρχος Γουναράκης προσεπάθησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ κινήσεώς τινος πρὸς τὸν γενικὸν διοικητὴν διάδοχον Κωνσταντῖνον, ὅστις τοῦ εἶπε:
«Σκασμὸς ἵλαρχε!».
Πρὸς ἄλλον ἀξιωματικὸν ὁ Κωνσταντῖνος ἀπηυθύνθη οὕτω:
«Κάτσε κάτω γουροῦνι!».
(Γ. Φιλαρέτου «Ριζοσπάστης» 26 Μαρτίου 1903—«Στρατιωτικός» εἰς «Ἐλεύθερον Βήμα» 27 Ἰουλίου–9 Αὐγούστου 1928).