λιξιν τοῦ τόπου. Οἱ κοινωνιολόγοι ἐβοήθησαν τὴν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν τοῦ Γουδί, προσεπάθησαν νὰ δημιουργήσουν κοινωνικὴν συνείδησιν εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς μικροαστούς, τοὺς ἀγρότας, ἵδρυσαν κόμμα μὲ πλῆρες ἀναμορφωτικὸν πρόγραμμα καὶ ἐνεφανίσθησαν ὡς αὐτοτελὴς ὁμὰς εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1910. Ἡ ἐπίδρασίς των ἐστάθη ἀναμφισβήτητος καὶ εἰς αὐτοὺς χρεωστεῖται ἡ ἐπιστημονικὴ παρατήρησις τῶν κοινωνικῶν ἢ πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλουν ἀδιαλλάκτους πρότερον φανατισμούς. Οἱ ἐργάται τοὺς ὀφείλουν πολλά, οἱ δὲ ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς λαοκρατίας, ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ συγχρονισμοῦ καὶ ἐναντίον κάθε προλήψεως, τοὺς εὗρον, κατὰ τὰς δύο τελευταίας δεκαετίας, μαχομένους εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν μετὰ θάρρους καὶ φωτισμένης γνώσεως. Ἰδιαιτέρως ὁ μετέπειτα ἀρχηγός των Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν νεοελληνικὴν ἱστορίαν ὡς ἀπόδειξις τῆς ἀκτινοβολίας καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἰδεῶν, ὅταν αὗται ἐμφανίζωνται μετὰ τόλμης, μετὰ πείσμονος συνεχείας καὶ μετὰ πραγματικῆς ἐπιστήμης, ἔστω καὶ ἂν τὸ περιβάλλον, ὅπου μεταδίδονται, δὲν εἶναι τελείως πρόσφορον διὰ τὴν πραγματοποίησίν των.
Ὅσα ἕως τώρα ἐξετέθησαν ἀποτελοῦν τὰς βαθείας αἰτίας τοῦ κινήματος τοῦ Γουδί. Ἀλλ’ αἱ ἐπαναστάσεις χρειάζονται καὶ τὴν ἀποφασιστικὴν ἀφορμήν, τὸ ἔναυσμα. Τοιαῦτη ὑπῆρξε διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ νεοτουρκικὴ στάσις τῆς 11/24 Ἰουλίου 1908. Ἡ Βαλκανικὴ Χερσόνησος καὶ ἡ Εὐρώπη ὑπέστησαν τὸν ἀντίκτυπον τοῦ περιστατικοῦ. Ὁ ἐλεύθερος καὶ δοῦλος Ἑλληνισμός, ἐπιπολαίως ὁδηγούμενος, ὑπεδέχθη μετ’ ἐνθουσιώδους ἐλαφρότητος τὴν τουρκικὴν μεταπολίτευσιν. Δὲν παρηκολούθησε, δὲν ἔκρινε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο. Παρεσύρθη εἰς τὸ ρεῦμα του. Οὐδεὶς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν συνετὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γʹ εἰπόντος:
«Οἱ Νεότουρκοι θὰ εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Παλαιοτούρκους». Οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ὀθωμανικῆς ἐξεγέρσεως, μὲ τοὺς δημοκρατικοὺς ἡγέτας Σαμπαχεδὶν καὶ Ἰσμαήλ Κεμάλ. Ὑπολόγιζαν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἰσότητος διὰ νὰ ἐπιβάλουν τὴν ὑλικὴν καὶ πνευματικὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐπὶ τῆς ἀναγενωμένης αὐτοκρατορίας. Οἱ τολμηρότεροι ἔφθαναν μέχρι μετατροπῆς τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους εἰς νέον Βυζάντιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξελληνίζετο διὰ τοῦ χρόνου.
Ἡ πλάνη ἦτο ἀσυγχώρητος. Οἱ Ἕλληνες πολιτικοὶ ἐλησμόνουν ὅτι αἱ σύγχρονοι δημοκρατίαι, ἀστικαὶ καὶ συγκεντρωτικαί, εὐνοοῦν περισσότερον ἀπὸ τὰς μοναρχίας τὴν συγκρότησιν ὁμογενῶν ἐθνικῶν ὀργανισμών. Συγκεκριμένως διὰ τὴν Τουρκίαν, ἡ δύναμις δὲν ἀνῆκεν εἰς τοὺς φιλελευθέρους πολιτευομένους ἀλλ’ εἰς στρατιωτικοὺς ἐθνικόφρονας, καθὼς ὁ Σεφκέτ, ὁ Ἐμβέρ, ὁ Τζεμὰλ καὶ οἱ ὄπισθέν των νέοι πατριῶται ἀξιωματικοί.
Βέβαιον εἶναι ὅτι τὴν πολύμικτον καὶ διαλλακτικὴν κάπως αὐτοκρα-