Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/368

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
310
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

τὴν ἑτοιμότητα ἐκείνην, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἰδιότητα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Παρεσύρετο ἀπὸ τὸν Π. Πρωτοπαπαδάκην, ὅστις ἦτο εἶδος πνευματικοῦ πατρὸς τοῦ Γούναρη καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ νέου πρωθυπουργοῦ συνίστατο εἰς τὸ νὰ εἶναι «διωρισμένος ἀντίπαλος» τοῦ Βενιζέλου.

Ἐκ τῶν ἄλλων ὑπουργῶν, ὁ Π. Τσαλδάρης ἐστάθη πάντοτε ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Δ. Γούναρη, ἀλλ’ ἐλλείψει μαχητικότητος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξουδετερώνῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιρροὴν τοῦ Πρωτοπαπαδάκη καὶ Βοζίκη.

Ο Νικόλαος Στράτος εἶχεν ἔξοχα προσόντα. Ὀξύς, δραστήριος, μελετηρὸς καὶ ρήτωρ λαμπρός, ἀπεμακρύνθη δὶς ἐκ τῶν φιλελευθέρων, διότι δὲν ἠδύνατο να προσαρμοσθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς νέας πολιτικῆς ζωῆς. Ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ σπεύδουσα τῆς κρίσεως ἀντίληψίς του, ἐκάλυπταν τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Στράτου. Ἡ ἐξουσία δὲν ἦτο μέσον, ἀλλὰ σκοπὸς δι’ αὐτόν.

Οἱ Ἀθανάσιος Εὐταξίας καὶ Ν. Τριανταφυλλάκος, παλαιοὶ ὑπαρχηγοὶ διαφόρων κομμάτων, ἐθεωροῦντο προσωπικοὶ ἐχθροὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1910. Ὁ πρῶτος διωρίσθη υπουργός, τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν ἀποστολὴν ἑνὸς τηλεγραφήματος πρὸς τοπικὸν κομματάρχην του, τὸν ὁποῖον ἐπληροφόρει ὅτι ἤρχιζεν ἀγὼν μεταξὺ τοῦ Βενιζέλου, θέλοντος τὸν πόλεμον καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἐπόθει τὴν εἰρήνην χάριν τοῦ λαοῦ.

Ὁ Γ. Μπαλτατζῆς, ἀγαθώτατος καὶ ἁβρότατος ἄνθρωπος, ἔχρηματισε καλόβολος βοηθὸς τῆς γερμανοφίλου πολιτικῆς τοῦ Γ. Θεοτόκη κατὰ τὸ 1907–1909. Τότε συνεδέθη στενῶς μὲ τὸν εἰς Ἀθήνας καὶ ἔπειτα εἰς Κωνσταντινούπολιν διάσημον Γερμανὸν πρέσβυν Βαγκενάϊν.

Τὸν Χαρ. Βοζίκην διοικητὴν Μυτιλήνης ἐπὶ τῶν φιλελευθέρων, προώριζαν οἱ διάδοχοί των εἰς ἐκλογικὰ ἰδίως ἔργα.

Τοῦ Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφου ἡ φήμη ἦτο πολὺ πλέον ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς του βαρύτητος. Ἀγαθότης προθέσεως, ζωηρός πατριωτισμὸς καὶ εὐγένεια χαρακτῆρος ἐσκιάζοντο ὑπὸ νοσηρᾶς νευροπαθείας. Ὁρμητικὸς καὶ συγχρόνως ἄβουλος. Τηλεφωνῶν εἰς τὸν Γ. Στρέϊτ τὴν πρώτην πρωϊνὴν ὥραν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ αὐτοστιγμεὶ τῆς οὐδετερότητος καὶ ἀφυπνίζων αὐτόν, τὴν ἰδίαν αὐγήν, διὰ νὰ ἀποσύρῃ ὅσα εἶπε. Διακρίνων τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ μὴ ἀντέχων ὅσον ἐχρειάζετο διὰ νὰ τὸ ἐπιβάλῃ, ὁ Χρηστάκης-Ζωγράφος παρέμεινεν ἐντελῶς ξένος ἀπὸ τοὺς συναδέλφους του. Ἐθεωρεῖτο ἡ σημαντικωτέρα μετὰ τὸν Γούναρην καὶ ἴσως πρὸ αὐτοῦ προσωπικότης τῆς κυβερνήσεως, χωρὶς οὐδεμίαν τελικῶς ἐπιρροὴν νὰ ἀσκῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς.

Τὸ ἑτερογενὲς τοῦτο ὑπουργεῖον ἐνεπνέετο ἀπὸ δύο ἀρχάς, κοινὰς εἰς ὅλα τὰ μέλη του, ἐξαιρέσει τοῦ Ζωγράφου. Τὸν ἔρωτα τοῦ παλαιοκομματισμοῦ ὡς μέθοδον καὶ τὸ μῖσος ἐναντίον τοῦ Βενιζέλου ὡς σκοπόν. Ὁ Δ. Γούναρης εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς θεωρητικοὺς ἀφορισμούς του δανεισμένους ἐκ τῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας εἶχεν εἴπει: