Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/360

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
304
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

Ἡ ἀποχωρήσασα κυβέρνησις δὲν προήρχετο ἀπὸ συνήθη κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν. Ἦτο ὄργανον «λαϊκῆς δικτατορίας», ἐγκαθιδρυμένης ἐπὶ ἐξαετίαν καὶ ὀφειλομένης εἰς κοινωνικὴν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν, ἥτις καθιερώθη διὰ τριῶν δημοψηφισμάτων—Αὔγουστος 1910–Νοέμβριος 1910–Μάρτιος 1912.

Ἐναντίον τῆς λαϊκῆς αὐτῆς δικτατορίας ἔθεσεν ἀντιμέτωπον τὴν βασικήν του ἐξουσίαν ὁ Κωνσταντῖνος.

Κατ’ ἐπιφάνειαν διεφώνησε κανονικῶς μὲ τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τῆς ἔξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐπὶ τῆς διαφωνίας θὰ ἔκρινεν ὡς διαιτητὴς ὁ λαός. Κατ’ οὐσίαν, ὁ Βασιλεὺς ἐνήργει ἀντιθέτως πρὸς τὰ συμπεράσματα τῶν συμβουλίων τοῦ Στέμματος, καίτοι ἐλειτούργησαν ταῦτα ἀντὶ τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀχθοῦν λεπτότατα διπλωματικὰ καὶ στρατιωτικά ζητήματα. Ἀπεμάκρυνε κυβέρνησιν ἔχουσαν μαζί της τὰ τρία τοὐλάχιστον τέταρτα τῶν λαϊκῶν τάξεων, ὡς ἐφανέρωσαν αἱ μετ’ ὀλίγον ἐκλογαί. Κατὰ τύπους ἐπροτίμησεν ἀντὶ τῆς «πολιτικῆς γνώμης» τοῦ «λαϊκοῦ δικτάτορος» τὴν τεχνικὴν συμβουλὴν τοῦ ἐπιτελείου. Πράγματι ὅμως οἱ τεχνικοί του σύμβουλοι ἦσαν ἐκεῖνοι, μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους ἀνετράπη ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909. Διότι μὲ τὸ νὰ γίνουν ἐπιτελάρχαι, οἱ Δούσμανης καὶ Μεταξᾶς, δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι οἱ ἀντιδραστικοὶ τοῦ Γουδί [1].

Τὰ δεδομένα αὐτὰ ἐκαλύπτοντο ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Αὐτὴν ἐζήτει πρὸς τὸ παρὸν νὰ μονοπωλήσῃ ὑπὲρ τοῦ θρόνου του ὁ μονάρχης καὶ νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὰς ὑπευθύνους κυβερνήσεις. Τὸ ὡμολόγησε καθαρὰ ὁ ἴδιος εἰπών:

«Τὸ Στέμμα εἶναι ὑπεράνω τῶν κομμάτων. Ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὴν ἐννοεῖ νὰ ρυθμίζῃ» [2].

Ἐπρόκειτο ἀναμφισβητήτως περὶ πραξικοπήματος τοῦ ἡγεμόνος ἐναντίον τῆς λαϊκῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐναντίον τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς τάξεως, ἥτις κατεῖχε τὴν ἀρχὴν ἀπὸ ἓξ ἐτῶν. Τὸ πραξικόπημα ἐκαλύπτετο τυπικῶς, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς νομιμοφροσύνης τοῦ Βενιζέλου, διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὰς ἐκλογάς, κυρίως δὲ διότι τὰ εὐρύτερα λαϊκὰ στρώματα ὑπέθεταν ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο καθαρῶς ἐξωτερικόν. Οἱ λαοὶ παθαίνονται διὰ τὰ ἐλάχιστα ἐσωτερικὰ γεγονότα καὶ ἀδιαφοροῦν ἀπέναντι τῶν μεγαλειτέρων ἐθνικῶν ὑποθέσεων.

Όταν παρουσιάσθη ἡ περίπτωσις, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐδίστασε νὰ καταπατήσῃ οὐσιαστικὰ καὶ ἄμεσα λαϊκὰ δικαιώματα ἐσωτερικῆς φύσεως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐθνικῆς περιπετείας ἐγκαθίστατο, ἀντὶ τῆς λαϊκῆς, ἡ βασιλικὴ δικτατορία.


  1. Ὁ Νικόλαος Πολίτης φρονεῖ ὅτι ἐὰν ὁ Κωνσταντῖνος ἤθελε νὰ εἶναι αὐστηρῶς συνταγματικὸς βασιλεὺς δὲν ἔπρεπε νὰ διαφωνήσῃ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915. Καὶ τοῦτο διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος δὲν εἶχε τεθῆ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Μαρτίου 1912, οἵτινες ἔδωκαν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τοὺς φιλελευθέρους.
  2. Τοῦτο ἐδήλωσε, περὶ τὰς ἀρχὰς Μαΐου 1915, ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος πρὸς τὸν βουλευτὴν Ἀχαϊοήλιδος Λουκᾶν Κανακάρην Ροῦφον.