Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/36

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
32
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
00

ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος πλήρης δραματικότητος καὶ ἐγκυμονοῦσα βαρυτάτας συνεπείας. Κατὰ τὸ 1898, ὁ Γεώργιος Θεοτόκης περιεφρόνησε κυριολεκτικῶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὀργανώσῃ, ἄνευ ἀνατροπῶν, τὸ νέον ἀστικὸν κράτος. Μίαν δεκαετίαν κατόπιν, ὁ Δημήτριος Γούναρης ἔκαμε τὸ ἴδιον σφάλμα. Τὸ ἰδικόν του ὑπῆρξεν ἀπείρως βαρύτερον. Ὁ Θεοτόκης παρέμεινεν εἰλικρινὴς καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς του. Ὁ Γούναρης ἐλησμόνησεν ὅσα αὐτὸς ἐκήρυξε καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχε καταπείσῃ. Ἡ καταστρεπτικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα περιπέτεια τοῦ 1915–1922, δὲν θὰ εἶχε πιθανῶς τὸν γνωστὸν ἀδιάλλακτον χαρακτῆρα της, ἂν ὁ Γούναρης δὲν ἀπηρνεῖτο τὸν ἑαυτόν του.

Οἱ «Ιάπωνες» εἶναι οἱ καθυστερημένοι τῆς ἐποχῆς των. Οἱ «Κοινωνιολόγοι» ἐπῆγαν πολὺ ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν ἰδικήν των.

Ὁλίγον πρὸ τοῦ Γουδί, νέοι ἐπιστήμονες, τελειοποιηθέντες ἀπὸ ξένας σχολάς, συνεκεντρώνοντο εἰς πολιτικὴν ὀργάνωσιν. Τὸν πυρήνα της ἀπετέλουν οἱ Α. Παπαναστασίου, Π. Ἀραβαντινός, Θ. Κουτούπης, Θρ. Πετιμεζᾶς, Ἰω. Λυμπερόπουλος, Κ. Τριανταφυλλόπουλος, Λ. Νάκος, Ἀλ. Μυλωνᾶς. Ἦσαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν ἀντίδρασιν κατὰ τῆς κεφαλαιοκρατίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ἐδέχοντο δογματικῶς τὴν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ «παραγωγὴ» ρυθμίζει ἀπολύτως αὐτὴ μόνη τὴν κοινωνικὴν ὀργάνωσιν, τὸ πολίτευμα καὶ τὴν διοίκησιν οἱουδήποτε τόπου. Μεταφέροντες ἀτροποποίητα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσα ἴσχυαν ἔξω, ἀπέδιδαν τὴν πρὸ εἴκοσι πέντε ἐτῶν δεινὴν ἐσωτερικὴν κρίσιν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς κεφαλαιοκρατικῆς τάξεως. Τὸ πρόγραμμα των ἔλεγε:

«Τὰ ὑπάρχοντα προσωπικὰ κόμματα, τὰ διαδεχόμενα ἄλληλα ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν ἀρχήν, ἔχουν καταντήση πειθήνια ὄργανα τῶν συμφερόντων τῆς κατεχούσης τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς τάξεως, ἰδίως τῶν εἰς διαφόρους ἑταιρείας συνησπισμένων κεφαλαιούχων, οἵτινες, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν πολιτικὴν ἱκανότητα, κυβερνοῦν εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως τὸν τόπον».

Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πίστεως εἶναι ἀληθὲς καὶ ὑπερβολικὸν ὅπως ὅλα τὰ δόγματα. Διὰ νὰ γίνῃ ἡ Ἑλλὰς χώρα κεφαλαιοκρατουμένη ἔπρεπε νὰ ἔχῃ διέλθῃ ἀπὸ τὸ στάδιον τοῦ ἀστικού κράτους. Αὐτὸ δὲν ἦτο ἀκριβές. Τὸ 1910 δὲν ὑπῆρχεν ἑλληνικὸς κεφαλαιοκρατισμός. Οὔτε βιομηχανίαν, οὔτε ἰσχυροὺς τραπεζιτικοὺς ὀργανισμοὺς εἶχεν ὁ τόπος. Τὰ προσωπικά κόμματα ἦσαν ὄργανα μιᾶς «ἱστορικῆς» ὀλιγαρχίας, ὑπηρετουμένης καὶ ἀπὸ ἀραιούς πλουτοκράτας.

Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἢ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος τῶν κοινωνιολόγων, «σοσιαλιστικοῦ μεταρρυθμιστικοῦ», ἦτο ἀδύνατος. Τὸ κράτος δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐπέμβῃ ἀκόμη πρὸς «ρύθμισιν τῆς παραγωγῆς», διότι αὕτη δὲν συνεκεντρώνετο εἰς ὀλίγας χεῖρας.

Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς Ιάπωνας, οἵτινες δὲν ἀντελήφθησαν τὴν ἄνοδον τῶν ἀστῶν, οἱ κοινωνιολόγοι τὴν ἐνόμισαν ὑπάρχουσαν. Ἐθυσίαζαν μέρος τῆς πραγματικότητος εἰς θεωρίας. Αἱ ἰδέαι των δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἀλλ’ ἐπηρέασαν ἐνεργητικῶς τὴν προοδευτικὴν ἐξέ-